196 αποτελέσματα για «第»

第二形容詞 だいにけいようし

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον επίθετο (δηλαδή εκείνο που χρησιμοποιεί την κλίση "shiku")
第4世代言語 だいよんせだいげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα προγραμματισμού τέταρτης γενιάς, 4GL
第一レベルドメイン だいいちレベルドメイン

ουσιαστικό

  1. 01 τομέας ανώτατου επιπέδου
第二種電気通信事業者 だいにしゅでんきつうしんじぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πάροχοι τηλεπικοινωνιών τύπου ΙΙ
第八脳神経 だいはちのうしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 όγδοο εγκεφαλικό νεύρο, αιθουσουχοχλιακό νεύρο
第四の壁 だいしのかべ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τέταρτος τοίχος (στη μυθοπλασία)
第二水俣病 だいにみなまたびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια Μιναμάτα της Νιιγκάτα
第二帝政 だいにていせい

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερη αυτοκρατορία
第一度熱傷 だいいちどねっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγκαυμα πρώτου βαθμού
第二度熱傷 だいにどねっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δευτέρου βαθμού έγκαυμα
第三度熱傷 だいさんどねっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτου βαθμού έγκαυμα
第一塩 だいいちえん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτογενές άλας
第三者のためにする契約 だいさんしゃのためにするけいやく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση υπέρ τρίτου
第三者異議の訴え だいさんしゃいぎのうったえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τριτανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης
第三者割当 だいさんしゃわりあて

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική διάθεση (νέων μετοχών), διάθεση σε τρίτους
第一趾 だいいちし

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο δάχτυλο ποδιού, μεγάλο δάχτυλο ποδιού, μέγας δάκτυλος, hallux, πίσω δάχτυλο (στα πτηνά)
第二趾 だいにし

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερο δάκτυλο του ποδιού, μακρύ δάκτυλο, εσωτερικό δάκτυλο (πτηνού)
第一種の過誤 だいいっしゅのかご

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα τύπου α'
第二種の過誤 だいにしゅのかご

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα τύπου β'
第一リン酸カルシウム だいいちリンさんカルシウム

ουσιαστικό

  1. 01 όξινο φωσφορικό ασβέστιο, μονοβασικό φωσφορικό ασβέστιο