131 αποτελέσματα για «終»

終末処理場 しゅうまつしょりじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων
終止法 しゅうしほう

ουσιαστικό

  1. 01 καταληκτική κλίση, οριστική έγκλιση
  2. 02 πτώση, ρυθμική κατάληξη
終状態 しゅうじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 τελική κατάσταση
終話 しゅうわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τερματισμός τηλεφωνικής συνομιλίας, κλείσιμο τηλεφώνου
終末観 しゅうまつかん

ουσιαστικό

  1. 01 εσχατολογία, αποκαλυπτισμός
終末思想 しゅうまつしそう

ουσιαστικό

  1. 01 εσχατολογία, αποκαλυπτισμός
終域 しゅういき

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο τιμών (στα μαθηματικά)
終末期明晰 しゅうまつきめいせき

ουσιαστικό

  1. 01 τερματική διαύγεια, προθανάτια ανάταση
終動脈 しゅうどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 τελική αρτηρία
終止電圧 しゅうしでんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 τάση τερματισμού
  1. 01 τέλος
  2. 02 ολοκληρώνω, τελειώνω