150 αποτελέσματα για «絶»

絶対座標指令 ぜったいざひょうしれい

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη εντολή, απόλυτη οδηγία
絶対座標命令 ぜったいざひょうめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή απόλυτης συντεταγμένης, εντολή απόλυτης θέσης
絶対番地 ぜったいばんち

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη διεύθυνση
絶えざる たえざる

άλλο

  1. 01 σταθερός, αδιάκοπος, χωρίς διακοπή, συνεχής
絶縁抵抗計 ぜつえんていこうけい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγόμετρο
絶滅危険種 ぜつめつきけんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος υπό εξαφάνιση
絶縁フィルム ぜつえんフィルム

ουσιαστικό

  1. 01 μονωτική μεμβράνη, μονωτική ταινία, ηλεκτρική μεμβράνη
絶縁材料 ぜつえんざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μονωτικό υλικό
絶対奪格 ぜったいだっかく

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη αφαιρετική
絶対上昇限度 ぜったいじょうしょうげんど

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτο ύψος πτήσης
絶対圧力 ぜったいあつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη πίεση
絶縁塗料 ぜつえんとりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μονωτικό επίχρισμα, μονωτικό βερνίκι
絶対収束 ぜったいしゅうそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλυτη σύγκλιση
絶縁変圧器 ぜつえんへんあつき

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματιστής απομόνωσης
絶起 ぜっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερβολικός ύπνος που προκαλεί απόγνωση
絶対菜食主義 ぜったいさいしょくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βιγκανισμός
絶場 ぜつば

ουσιαστικό

  1. 01 το πεδίο έναρξης που περιέχει την κάρτα των 20 πόντων του Νοεμβρίου ή/και του Δεκεμβρίου
絶縁油 ぜつえんゆ

ουσιαστικό

  1. 01 μονωτικό λάδι, λάδι μετασχηματιστών
絶滅収容所 ぜつめつしゅうようじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόπεδο εξόντωσης, στρατόπεδο θανάτου
絶許 ぜつゆる

άλλο

  1. 01 απολύτως ασυγχώρητος, εντελώς αδικαιολόγητος