133 αποτελέσματα για «肉»

肉人形 にくにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλικός σκλάβος, σεξουαλική κούκλα
肉ビラ にくビラ

ουσιαστικό

  1. 01 χείλη του αιδοίου, εσωτερικά χείλη, σαρκώδη χείλη
肉幹 にくかん

ουσιαστικό

  1. 01 πέος, ανδρικό μόριο
肉杭 にくくい

ουσιαστικό

  1. 01 πέος, φαλλός
肉交 にくこう

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική επαφή
肉穴 にくあな

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος
  2. 02 πρωκτός
肉欲的 にくよくてき

επίθετο

  1. 01 αισθησιακός, ερωτικός, σαρκικός, λαγνός, ακόλαστος, κτηνώδης
肉阜 にくふ

ουσιαστικό

  1. 01 νίκουφου (σαρκώδης απόφυση πτηνού), λειρί, προγούλι
肉壁 にくかべ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή ασπίδα, ανθρώπινη ασπίδα
  2. 02 κολπικό τοίχωμα, σαρκώδες τοίχωμα
  3. 03 τοίχος από σάρκα (π.χ. στην επιστημονική φαντασία)
肉腫症 にくしゅしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκωμάτωση
肉テロ にくテロ

ουσιαστικό

  1. 01 γαστρονομική πρόκληση με κρέας (που προκαλεί όρεξη), προβολή κρέατος (που ανοίγει την όρεξη), τρομοκρατία κρέατος
肉蒲団 にくぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 Νικουμπουτόν (ερωτικό μυθιστόρημα της εποχής της δυναστείας Τσινγκ από τον Λι Γιου)
  1. 01 κρέας