152 αποτελέσματα για «脱»
脱文脈化 だつぶんみゃくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποπλαισιοποίηση
脱髄疾患 だつずいしっかん
ουσιαστικό
- 01 απομυελινωτική νόσος
脱落膜 だつらくまく
ουσιαστικό
- 01 αποφιτουμένη
脱灰 だっかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποτιτάνωση, απασβέστωση
脱植民地化 だつしょくみんちか
ουσιαστικό
- 01 αποαποικιοποίηση
脱錫 だっしゃく
ουσιαστικό
- 01 αποκασσιτέρωση, απομάκρυνση κασσιτέρου και χαλκού
脱垂 だっすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόπτωση
脱船 だっせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εγκατάλειψη πλοίου
脱亜鉛 だつあえん
ουσιαστικό
- 01 αποψευδαργύρωση, αποψευδαργύρωση
脱アセチル化 だつアセチルか
ουσιαστικό
- 01 αποακετυλίωση
脱真実 だつしんじつ
ουσιαστικό
- 01 μετα-αλήθεια, μετα-πραγματικός
脱プラスチック だつプラスチック
ουσιαστικό
- 01 μείωση πλαστικού, περιορισμός απορριμμάτων πλαστικού
脱近代化 だつきんだいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομοντερνισμός
脱近代主義 だつきんだいしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 μεταμοντερνισμός
脱成長 だつせいちょう
ουσιαστικό
- 01 αποανάπτυξη (η μείωση της παγκόσμιας κατανάλωσης και παραγωγής για την επίτευξη μιας κοινωνικά δίκαιης και οικολογικά βιώσιμης κοινωνίας)
脱マスク だつマスク
ουσιαστικό
- 01 απομάκρυνση από την επιβολή ή τη σύσταση χρήσης προστατευτικών μασκών (δηλαδή μετά την πανδημία COVID-19), διακοπή της χρήσης προστατευτικών μασκών
脱化石燃料 だつかせきねんりょう
ουσιαστικό
- 01 απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, απανθρακοποίηση, μετα-ορυκτά καύσιμα
脱ドル化 だつドルか
ουσιαστικό
- 01 αποδολαριοποίηση, αντικατάσταση του δολαρίου ΗΠΑ ως νομίσματος συναλλαγών
脱税犯 だつぜいはん
ουσιαστικό
- 01 φοροφυγάς
脱る とる
ρήμα
- 01 αφαιρώ, απαλλάσσομαι από, βγάζω