134 αποτελέσματα για «被»
被覆形 ひふくけい
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένος τύπος (στη μορφολογία της ιαπωνικής γλώσσας)
- 02 καλυμμένος τύπος
被け物 かずけもの
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή για εργασία, δώρο (σε αναγνώριση δεξιοτήτων κ.λπ.)
被譲渡人 ひじょうとにん
ουσιαστικό
- 01 εκδοχέας, αποδέκτης μεταβίβασης
被教育者 ひきょういくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μαθητής, σπουδαστής, εκπαιδευόμενος
被害者参加制度 ひがいしゃさんかせいど
ουσιαστικό
- 01 νομικό σύστημα που επιτρέπει τη συμμετοχή του θύματος στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης
被害者等通知制度 ひがいしゃとうつうちせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ενημέρωσης θυμάτων, VNS
被愛妄想 ひあいもうそう
ουσιαστικό
- 01 ερωτομανία
被験体 ひけんたい
ουσιαστικό
- 01 πειραματόζωο, πειραματικό αντικείμενο
被検体 ひけんたい
ουσιαστικό
- 01 υποκείμενο εξέτασης
被虐的 ひぎゃくてき
επίθετο
- 01 μαζοχιστικός, αυτοβασανιστικός, αυτοϋποτιμητικός
被虐趣味 ひぎゃくしゅみ
ουσιαστικό
- 01 μαζοχισμός, μαζοχιστική φύση, μαζοχιστικές προτιμήσεις
被虐心 ひぎゃくしん
ουσιαστικό
- 01 μαζοχισμός
被団協 ひだんきょう
ουσιαστικό
- 01 Νιχόν Χιντάνκιο (σύντμηση), Ιαπωνική Συνομοσπονδία Οργανώσεων Επιζώντων από Ατομικές και Βόμβες Υδρογόνου
被
- 01 υφίσταμαι
- 02 καλύπτω
- 03 καλύπτω με πέπλο
- 04 κλωσσώ
- 05 προστατεύω, στεγάζω
- 06 φορώ
- 07 βάζω
- 08 εκτίθεμαι (ταινία)
- 09 λαμβάνω, δέχομαι