150 αποτελέσματα για «補»

補足編 ほそくへん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικό μέρος
補助用言 ほじょようげん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό κλιτό μέρος του λόγου, στα ιαπωνικά, βοηθητικά ρήματα και επίθετα
補欠分子族 ほけつぶんしぞく

ουσιαστικό

  1. 01 προσθετική ομάδα
補酵素Q ほこうそキュー

ουσιαστικό

  1. 01 συνένζυμο Q
補因子 ほいんし

ουσιαστικό

  1. 01 συμπαράγοντας (βιοχημεία)
補酵素A ほこうそエー

ουσιαστικό

  1. 01 συνένζυμο Α
補助元帳 ほじょもとちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό καθολικό
補助記号 ほじょきごう

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό σύμβολο (αριθμός, στίξη, κ.λπ.)
補助符号 ほじょふごう

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό σύμβολο (αριθμός, σημείο στίξης, κ.λπ.)
補訂版 ほていばん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωμένη έκδοση (ενός λεξικού)
補間法 ほかんほう

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή
補外法 ほがいほう

ουσιαστικό

  1. 01 παρεκβολή
補瀉温涼 ほしゃおんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αναπλήρωση, αποβολή, θέρμανση και ψύξη (οι τέσσερις βασικές θεραπείες της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής)
補器室 ほきしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος βοηθητικών μηχανημάτων
補助活用 ほじょかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 κλασικός τύπος κλίσης επιθέτων σε -ι, που σχηματίζεται από τη συγκοπή του επιρρηματικού τύπου σε -κου με το κλασικό ρήμα άρι (άρου)
補助通貨 ほじょつうか

ουσιαστικό

  1. 01 υποδιαιρέσεις νομισματικής μονάδας (π.χ. σεντς, πένες)
補習授業 ほしゅうじゅぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικά μαθήματα
補習授業校 ほしゅうじゅぎょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικό ιαπωνικό σχολείο (εκτός Ιαπωνίας), σχολείο σαββατοκύριακου (χοσού τζουγκιό κο)
補習校 ほしゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικό ιαπωνικό σχολείο (εκτός Ιαπωνίας), σχολείο του Σαββατοκύριακου
補助費 ほじょひ

ουσιαστικό

  1. 01 επιχορήγηση, χρηματική ενίσχυση, επίδομα