136 αποτελέσματα για «製»

製菓衛生師 せいかえいせいし

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός υγιεινής ζαχαροπλαστικής, ζαχαροπλάστης με νομαρχιακή άδεια υγιεινής
製造法 せいぞうほう

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία παραγωγής
製本機 せいほんき

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιοδετική μηχανή, βιβλιοδέτης
製本所 せいほんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιοδετείο
製銅 せいどう

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκουργία, επεξεργασία χαλκού
製図室 せいずしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα σχεδιαστηρίου, γραφείο σχεδιασμού
製作年 せいさくねん

ουσιαστικό

  1. 01 έτος παραγωγής
製造原価 せいぞうげんか

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος παραγωγής
製産 せいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή, παραγωγή
製品情報 せいひんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες προϊόντος
製造技師協会 せいぞうぎしきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ένωση Μηχανικών Παραγωγής
製鉄公社 せいてつこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 Βρετανική Εταιρεία Χάλυβα, BSC
製品安全協会 せいひんあんぜんきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Σύνδεσμος Ασφάλειας Καταναλωτικών Προϊόντων
製品科学研究所 せいひんかがくけんきゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Ερευνών Βιομηχανικών Προϊόντων (Σεχίν Καγκάκου Κενκιουσό)
製粉協会 せいふんきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση αλευροβιομηχάνων
  1. 01 κατασκευασμένο σε
  2. 02 κατασκευή