133 αποτελέσματα για «複»
複合性局所疼痛症候群 ふくごうせいきょくしょとうつうしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνθετο περιοχικό σύνδρομο πόνου, CRPS
複舌 ふくぜつ
ουσιαστικό
- 01 διγλωσσία
複数人 ふくすうにん
ουσιαστικό
- 01 πολλά άτομα, περισσότερα από ένα άτομα
複垢 ふくアカ
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλοί λογαριασμοί (για παράδειγμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης)
複合ビル ふくごうビル
ουσιαστικό
- 01 κτίριο μικτής χρήσης
複合施設 ふくごうしせつ
ουσιαστικό
- 01 συγκρότημα (δηλαδή μια ομάδα εγκαταστάσεων στον ίδιο χώρο)
複比 ふくひ
ουσιαστικό
- 01 σύνθετος λόγος, διασταυρούμενος λόγος, σύνθετη αναλογία
複雑性PTSD ふくざつせいピーティーエスディー
ουσιαστικό
- 01 σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες, σύνθετο μετατραυματικό στρες
複合母音 ふくごうぼいん
ουσιαστικό
- 01 σύνθετο φωνήεν, δίφθογγος
複素平面 ふくそへいめん
ουσιαστικό
- 01 μιγαδικό επίπεδο
複業 ふくぎょう
ουσιαστικό
- 01 η ταυτόχρονη εργασία σε πολλαπλές θέσεις πλήρους απασχόλησης
複語尾 ふくごび
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένο βοηθητικό μόριο που προσκολλάται μόνο σε ανεξάρτητες κλιτές λέξεις
複
- 01 διπλός, αντίγραφος
- 02 διπλός
- 03 σύνθετος
- 04 πολλαπλός