126 αποτελέσματα για «要»
要約すれば ようやくすれば
άλλο
- 01 με δυο λόγια, συνοπτικά, εν συντομία, συνοψίζοντας, για να συνοψίσουμε
要チェック ようチェック
ουσιαστικό
- 01 που απαιτεί έλεγχο, που χρειάζεται να εξεταστεί, που επιβάλλεται να το δεις
要件定義 ようけんていぎ
ουσιαστικό
- 01 καθορισμός απαιτήσεων
要配慮児 ようはいりょじ
ουσιαστικό
- 01 παιδί με ειδικές ανάγκες, παιδί που χρήζει ιδιαίτερης μέριμνας
要領を得ない ようりょうをえない
άλλο, επίθετο
- 01 ασαφής, αόριστος, εκτός θέματος, ασυνάρτητος
要
- 01 ανάγκη
- 02 κύριο σημείο
- 03 ουσία
- 04 άξονας, κεντρικό σημείο
- 05 κλειδί για