192 αποτελέσματα για «近»

近日発売 きんじつはつばい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορεί σύντομα, διαθέσιμο σύντομα
近事 きんじ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφατα γεγονότα
近世文学 きんせいぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη νεότερη λογοτεχνία, λογοτεχνία της περιόδου Έντο (1600-1867)
近過去 きんかこ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφατος παρελθοντικός χρόνος (όπως ο παρακείμενος), παρακείμενος
  2. 02 πρόσφατο παρελθόν
近海物 きんかいもの

ουσιαστικό

  1. 01 αλίευμα παράκτιας περιοχής, παράκτιο ψάρι
近海漁業 きんかいぎょぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτια αλιεία
近現代美術 きんげんだいびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη
近親調 きんしんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενική τονικότητα
近交弱勢 きんこうじゃくせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλετική εξασθένηση, ενδογαμική κατάπτωση
近流 こんる

ουσιαστικό

  1. 01 εξορία σε κοντινή επαρχία, η ελαφρύτερη από τις τρεις ποινές εξορίας υπό το σύστημα ριτσουριό
近回り ちかまわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή συντομότερης διαδρομής, γειτονιά
近医 きんい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικός ιατρός, κοντινός γιατρός
近代アート きんだいアート

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα τέχνη
近郊農業 きんこうのうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αστική γεωργία
近点 きんてん

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύς σημείο (το κοντινότερο σημείο στο οποίο ένα αντικείμενο μπορεί να εστιαστεί από το μάτι)
  2. 02 περιαψίδα
近縁属 きんえんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενή γένη, συναφή είδη
近代五種競技 きんだいごしゅきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνο πένταθλο
近体 きんたい

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνο στυλ
近体詩 きんたいし

ουσιαστικό

  1. 01 ποίημα σύγχρονου ύφους
近似計算 きんじけいさん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρος ή κατά προσέγγιση υπολογισμός