353 αποτελέσματα για «連»

連取 れんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική επίτευξη σκορ (πόντων, σετ, κ.λπ.)
連邦準備制度 れんぽうじゅんびせいど

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακό αποθεματικό σύστημα
連絡会議 れんらくかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεδρίαση διασύνδεσης
連判 れんばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή σφραγίδα, κοινές υπογραφές
連れ込み つれこみ

ουσιαστικό

  1. 01 η μεταφορά εραστή σε ξενοδοχείο για ερωτική συνεύρεση
連立政権 れんりつせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβέρνηση συνασπισμού
連れて つれて

επίρρημα, σύνδεσμος, άλλο

  1. 01 συνοδεύοντας, με τη συνοδεία κάποιου, έχοντας μαζί
  2. 02 καθώς, κατ' αναλογία με, ανάλογα με
連年 れんねん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 κάθε χρόνο, χρόνο με τον χρόνο
連れ込み宿 つれこみやど

ουσιαστικό

  1. 01 ξενοδοχείο ημιδιαμονής για ερωτικά ζευγάρια, ξενοδοχείο που νοικιάζει δωμάτια με την ώρα
連装砲 れんそうほう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή ή πολλαπλή διάταξη πυροβόλων (π.χ. ναυτικός πύργος, άρμα μάχης)
連句 れんく

ουσιαστικό

  1. 01 συνδεδεμένος στίχος, δίστιχο, ρενκού
連座制 れんざせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα συλλογικής ευθύνης (ιδίως του ιαπωνικού εκλογικού νόμου, που ορίζει ότι ένας εκλεγμένος αξιωματούχος ενδέχεται να χάσει το αξίωμά του εάν κάποιος στην εκστρατεία του διαπράξει έγκλημα)
連歌師 れんがし

ουσιαστικό

  1. 01 ποιητής ρένγκα
連続写真 れんぞくしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικές φωτογραφίες, σειριακές φωτογραφίες, φωτογραφική ταινία
連絡線 れんらくせん

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετική γραμμή
連翹 れんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 φορσύθια η κρεμάμενη (Forsythia suspensa), κρεμαστό χρυσοκόμπαν
連邦法 れんぽうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακός νόμος, ομοσπονδιακή νομοθεσία
連用 れんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεχής χρήση
  2. 02 χρόνια χρήση
連れ合う つれあう

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι
  2. 02 συνοδεύω ο ένας τον άλλον, πηγαίνω μαζί με κάποιον
連用形 れんようけい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχόμενος τύπος (ιαπωνικού ρήματος ή επιθέτου), συνδετικός τύπος, θέμα masu (ρήματος)