209 αποτελέσματα για «道»
道学 どうがく
ουσιαστικό
- 01 ηθική, φιλοσοφία της ηθικής
- 02 σπουδή του Κομφουκιανισμού (ιδίως της νεοκομφουκιανής σχολής Τσενγκ-Τζου)
- 03 σπουδή του Ταοϊσμού
- 04 σινγκάκου (ηθική φιλοσοφία της περιόδου Έντο)
道路封鎖 どうろふうさ
ουσιαστικό
- 01 αποκλεισμός δρόμου, οδόφραγμα
道床 どうしょう
ουσιαστικό
- 01 υπόβαση οδοστρώματος
道心堅固 どうしんけんご
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αυτός που διαθέτει ακλόνητη πίστη και αυστηρή πρακτική
道教え みちおしえ
ουσιαστικό
- 01 είδος σκαθαριού (ιδιαίτερα το ιαπωνικό τιγροειδές σκαθάρι, Cicindela japonica)
道道 どうどう
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακή οδός Χοκάιντο
道号 どうごう
ουσιαστικό
- 01 μοναστικό ψευδώνυμο που επιλέγει ο ίδιος ο μοναχός
道理に外れた どうりにはずれた
άλλο
- 01 αντίθετος στη λογική
道徳法則 どうとくほうそく
ουσιαστικό
- 01 ηθικός νόμος
道具主義 どうぐしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 εργαλειοκρατία
道県 どうけん
ουσιαστικό
- 01 νομοί της Ιαπωνίας (εξαιρουμένων του Τόκιο, της Οσάκα και του Κιότο), η Χοκάιντο και οι υπόλοιποι νομοί
道央 どうおう
ουσιαστικό
- 01 κεντρικό Χοκάιντο
道楽仕事 どうらくしごと
ουσιαστικό
- 01 εργασία που γίνεται για ευχαρίστηση (ως διασκέδαση), ερασιτεχνική απασχόληση
道途 どうと
ουσιαστικό
- 01 δρόμος
道芝 みちしば
ουσιαστικό
- 01 χόρτο της άκρης του δρόμου, ζιζάνια της άκρης του δρόμου
- 02 καθοδήγηση (ιδιαίτερα όσον αφορά την καθοδήγηση στον έρωτα), οδοδείκτης, οδηγός
- 03 πεννέτο το αλωπεκουροειδές (Pennisetum alopecuroides)
道明寺粉 どうみょうじこ
ουσιαστικό
- 01 χοντροαλεσμένο αλεύρι ρυζιού
道路標示 どうろひょうじ
ουσιαστικό
- 01 οδική σήμανση ζωγραφισμένη στο οδόστρωμα
道州制 どうしゅうせい
ουσιαστικό
- 01 πρόταση διοικητικής μεταρρύθμισης, η οποία περιλαμβάνει τη συνένωση των νομών (νομούς) σε 7 ή 9 πολιτείες
道化方 どうけがた
ουσιαστικό
- 01 δουκεγκάτα (ηθοποιός που ερμηνεύει κωμικούς ρόλους στο καμπούκι)
道理至極 どうりしごく
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απόλυτα λογικός, απόλυτα σύμφωνος με τη λογική, που ευσταθεί