310 αποτελέσματα για «重»
重陽 ちょうよう
ουσιαστικό
- 01 γιορτή του χρυσάνθεμου, μία από τις πέντε ετήσιες γιορτές, γιορτάζεται την ένατη ημέρα του ένατου σεληνιακού μήνα
重量制限 じゅうりょうせいげん
ουσιαστικό
- 01 περιορισμός βάρους, όριο βάρους
重役会議 じゅうやくかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συνεδρίαση στελεχών, συνεδρίαση διοικητικού συμβουλίου
重く用いる おもくもちいる
άλλο, ρήμα
- 01 δίνω σημαντική θέση
重罰 じゅうばつ
ουσιαστικό
- 01 αυστηρή ποινή
重巡洋艦 じゅうじゅんようかん
ουσιαστικό
- 01 βαρέα καταδρομικό
重水 じゅうすい
ουσιαστικό
- 01 βαρύ ύδωρ
重力崩壊 じゅうりょくほうかい
ουσιαστικό
- 01 βαρυτική κατάρρευση
重爆撃機 じゅうばくげきき
ουσιαστικό
- 01 βαρύ βομβαρδιστικό
重音 じゅうおん
ουσιαστικό
- 01 διπλή χορδή (έγχορδα), ταυτόχρονο παίξιμο δύο χορδών
- 02 πολυφωνία (π.χ. πνευστά)
重賞 じゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο έπαθλο (για παράδειγμα, σε ιπποδρομίες)
- 02 γενναιόδωρη αμοιβή
重種 じゅうしゅ
ουσιαστικό
- 01 βαριά φυλή (κυρίως για άλογα)
重水素 じゅうすいそ
ουσιαστικό
- 01 δευτέριο, βαρύ υδρογόνο
重質 じゅうしつ
άλλο
- 01 βαρύς (ειδικότερα για πετρέλαιο, χημικά κ.λπ.)
重合 じゅうごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πολυμερισμός
重刑 じゅうけい
ουσιαστικό
- 01 βαριά ποινή
重患 じゅうかん
ουσιαστικό
- 01 σοβαρή ασθένεια
重力レンズ じゅうりょくレンズ
ουσιαστικό
- 01 βαρυτικός φακός
重症度 じゅうしょうど
ουσιαστικό
- 01 σοβαρότητα (μιας ασθένειας)
重役室 じゅうやくしつ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο στελεχών