269 αποτελέσματα για «開»

開拓精神 かいたくせいしん

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα πρωτοπορίας
開発コスト かいはつコスト

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος ανάπτυξης
開架 かいか

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη πρόσβαση (σε βιβλιοθήκη), ανοιχτά ράφια
開発能力 かいはつのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα ανάπτυξης
開き口 ひらきぐち

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα, σχισμή
開花期 かいかき

ουσιαστικό

  1. 01 άνθηση, περίοδος ανθοφορίας
開成所 かいせいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Καισέιτζο (σχολή ξένων σπουδών που ιδρύθηκε από το σογκουνάτο κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο)
開票速報 かいひょうそくほう

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση ενημέρωση για την καταμέτρηση των ψήφων
開発ツール かいはつツール

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο ανάπτυξης
開設者 かいせつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρυτής, δημιουργός
開き癖 ひらきぐせ

ουσιαστικό

  1. 01 στράβωμα (στις σελίδες ή στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, που το κάνει να ανοίγει διάπλατα)
開発拠点 かいはつきょてん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση ανάπτυξης, κέντρο ανάπτυξης
開けゴマ ひらけごま

άλλο

  1. 01 άνοιξε σουσάμι!
開庁 かいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας για την ημέρα
  2. 02 ίδρυση νέας δημόσιας υπηρεσίας
開催式 かいさいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή έναρξης (εκδήλωσης, παράστασης κ.λπ.)
開区間 かいくかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό διάστημα
開集合 かいしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό σύνολο
開校式 かいこうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή έναρξης λειτουργίας σχολείου
開札 かいさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα ή αποσφράγιση προσφορών
開腹術 かいふくじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαπαροτομή, εγχειρητική διάνοιξη της κοιλιακής χώρας