218 αποτελέσματα για «関»

関税回避 かんぜいかいひ

ουσιαστικό

  1. 01 αποφυγή δασμών
関心領域 かんしんりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ενδιαφέροντος (ROI)
関節窩 かんせつか

ουσιαστικό

  1. 01 γληνοειδής κοιλότητα
関係法規 かんけいほうき

ουσιαστικό

  1. 01 σχετικοί νόμοι και κανονισμοί
関節肢 かんせつし

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρωτό εξάρτημα, πόδι αρθρόποδου
関数方程式 かんすうほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 συναρτησιακή εξίσωση
関東銀行 かんとうぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 Τράπεζα Κάντο, περιορισμένης ευθύνης
関わらず かかわらず

άλλο

  1. 01 παρά, αν και, μολονότι
  2. 02 ανεξάρτητα από, δίχως να λαμβάνεται υπόψη
関副 かんふく

ουσιαστικό

  1. 01 σχετικό επίρρημα
関係つける かんけいつける

ρήμα

  1. 01 συσχετίζω, συνδέω
関数原型 かんすうげんけい

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο συνάρτησης
関税貿易一般協定 かんぜいぼうえきいっぱんきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (καταργήθηκε το 1995), ΓΚΑΤ
関係調 かんけいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική τονικότητα
関税割当制 かんぜいわりあてせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα δασμολογικών ποσοστώσεων
関数空間 かんすうくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 συναρτησιακός χώρος
関西馬 かんさいば

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο από την περιοχή Κανσάι
関数族 かんすうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια συναρτήσεων
関税譲許 かんぜいじょうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 δέσμευση δασμών
関係当事者殿 かんけいとうじしゃどの

άλλο

  1. 01 προς κάθε ενδιαφερόμενο
関係各位殿 かんけいかくいどの

άλλο

  1. 01 προς κάθε ενδιαφερόμενο