223 αποτελέσματα για «防»

防護団 ぼうごだん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική οργάνωση προστασίας (Ιαπωνία, 1932-1939)
防止剤 ぼうしざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναστολέας, αντιδιαβρωτικό, παράγοντας πρόληψης
防臭剤 ぼうしゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσμητικό, αποσμητικό μέσο
防犯装備 ぼうはんそうび

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός ασφαλείας (σπρέι πιπεριού, τέιζερ, κλομπ, κ.λπ.)
  2. 02 αντικλεπτική συσκευή
防湿庫 ぼうしつこ

ουσιαστικό

  1. 01 στεγανή θήκη αποθήκευσης με έλεγχο υγρασίας
防火水槽 ぼうかすいそう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή πυρόσβεσης
防雨 ぼうう

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία από τη βροχή, αδιάβροχος
防火線 ぼうかせん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπυρική ζώνη
防災科学技術研究所 ぼうさいかがくぎじゅつけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Ερευνητικό Ιστιτούτο Επιστήμης της Γης και Ανθεκτικότητας στις Καταστροφές, NIED
防水長靴 ぼうすいながぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάβροχες μπότες
  2. 02 αδιάβροχες μπότες με ψηλό στέλεχος (ψαράδικες μπότες)
防菌 ぼうきん

άλλο

  1. 01 αντιμικροβιακός, αντιμυκητιακός
防火塗料 ぼうかとりょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυράντοχο χρώμα
防潜網 ぼうせんもう

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυποβρυχιακό δίχτυ
防鳥 ぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία από πουλιά, αποτροπή προσέγγισης πτηνών
防衛施設庁 ぼうえいしせつちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Διαχείρισης Αμυντικών Εγκαταστάσεων (Υπουργείο Άμυνας)
防火訓練 ぼうかくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 άσκηση πυρόσβεσης
防衛装備庁 ぼうえいそうびちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Προμηθειών, Τεχνολογίας και Επιμελητείας (του Υπουργείου Άμυνας)
防雪 ぼうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιχιονικός (για μηχανισμό, εγκατάσταση ή μέτρο)
防カビ剤 ぼうカビざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμυκητιακός παράγοντας, μέσο προστασίας από τη μούχλα
防災週間 ぼうさいしゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εβδομάδα πρόληψης καταστροφών