170 αποτελέσματα για «雪»

雪花菜 おから

ουσιαστικό

  1. 01 οκάρα, υπολείμματα σόγιας, κατακάθια τόφου, βρώσιμα υπολείμματα που διαχωρίζονται από το γάλα σόγιας κατά την παραγωγή του τόφου
雪止め ゆきどめ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμοθραύστης χιονιού (για την αποτροπή ολίσθησης του χιονιού από τη στέγη), αναστολέας χιονιού
雪盲 せつもう

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοτύφλωση
雪仏 ゆきぼとけ

ουσιαστικό

  1. 01 χιόνινο άγαλμα του Βούδα
雪中花 せっちゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 νάκισσος, ζαμπάκι
雪白 ゆきじろ

ουσιαστικό

  1. 01 χιονολευκός
  2. 02 επεξεργασμένη ζάχαρη
雪加 せっか

ουσιαστικό

  1. 01 ριπιδοκερκίδα (είδος πτηνού της οικογένειας των κιστικολίδων)
雪特尼 シドニー

ουσιαστικό

  1. 01 Σίδνεϊ (Αυστραλία)
雪の下 ゆきのした

ουσιαστικό

  1. 01 σαξιφράγκα η στολωνοφόρος (Saxifraga stolonifera), η φραουλόφυλλη σαξιφράγκα
雪笹 ゆきざさ

ουσιαστικό

  1. 01 γιουκίζασα (είδος μονοκότυλου φυτού)
雪茶 ゆきちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θιβετιανό ρόφημα που παρασκευάζεται από αποξηραμένους λειχήνες
雪舟の筆 せっしゅうのふで

ουσιαστικό

  1. 01 έργο του Σεσού
雪隠大工 せっちんだいく

ουσιαστικό

  1. 01 κακός ξυλουργός, άτεχνος μάστορας
雪に白鷺 ゆきにしらさぎ

άλλο

  1. 01 κάτι που δεν διακρίνεται ή είναι δυσδιάκριτο (όπως ένας λευκός ερωδιός στο χιόνι)
雪隠金亀子 せんちこがね

ουσιαστικό

  1. 01 κοπρόκανθαρος (της οικογένειας Geotrupidae)
  2. 02 Γεοτρύπης ο λειογραμμωτός (είδος κοπρόκανθαρου)
雪椿 ゆきつばき

ουσιαστικό

  1. 01 χιονόκαμελια (Camellia japonica subsp. rusticana)
雪山童子 せっせんどうじ

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός ασκητής των Ιμαλαΐων, μία από τις προηγούμενες ζωές του Βούδα
雪山偈 せっせんげ

ουσιαστικό

  1. 01 στίχοι των Ιμαλαΐων (από το Σούτρα της Νιρβάνα)
雪釣り ゆきつり

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι στο οποίο τα παιδιά χρησιμοποιούν ένα κομμάτι κάρβουνο δεμένο σε σπάγκο για να φτιάξουν και να σηκώσουν χιονόμπαλες
雪消え月 ゆきぎえづき

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος σεληνιακός μήνας