134 αποτελέσματα για «首»

首席補佐官 しゅせきほさかん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός επιτελείου (ειδικότερα για τον πρόεδρο των ΗΠΑ)
首根 くびね

ουσιαστικό

  1. 01 σβέρκος, τράχηλος
首掛け扇風機 くびかけせんぷうき

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμιστήρας λαιμού, μικρός ηλεκτρικός ανεμιστήρας που κρέμεται γύρω από τον λαιμό
首枕 くびまくら

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι αυχένα
首をもたげる くびをもたげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ σημασία, κερδίζω δύναμη, σηκώνω κεφάλι
首振り扇風機 くびふりせんぷうき

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμιστήρας με περιστροφική κίνηση
首をはねる くびをはねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκεφαλίζω
首切り役人 くびきりやくにん

ουσιαστικό

  1. 01 δήμιος, εκτελεστής
首を伸ばす くびをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω τον λαιμό μου
首振り人形 くびふりにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κούκλα που κουνάει το κεφάλι, μπομπλχέντ
首尾は上々 しゅびはじょうじょう

άλλο

  1. 01 εξαιρετικό αποτέλεσμα, πολύ επιτυχημένη έκβαση, πολύ καλή εξέλιξη
首都高速道路公団 しゅとこうそくどうろこうだん

ουσιαστικό

  1. 01 Δημόσιος Οργανισμός Αυτοκινητοδρόμων Μητροπολιτικής Περιοχής
首都師範大学 しゅとしはんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο Πρωτεύουσας
  1. 01 λαιμός
  2. 02 μετρητής για τραγούδια και ποιήματα