614 αποτελέσματα για «高»

高天原 たかまがはら

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή πεδιάδα του ουρανού (κατοικία των θεών)
高利貸し こうりがし

ουσιαστικό

  1. 01 τοκογλύφος, τοκογλυφία, τοκογλυφική δραστηριότητα
高声 こうせい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δυνατή φωνή, οξεία φωνή
高精度 こうせいど

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή ακρίβεια
高1 こういち

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο έτος λυκείου, μαθητής πρώτης λυκείου
高収入 こうしゅうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλό εισόδημα
高機能 こうきのう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 υψηλής λειτουργικότητας, υψηλών επιδόσεων, εξελιγμένος
高射砲 こうしゃほう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιαεροπορικό πυροβόλο
高雅 こうが

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκλεπτυσμένος, κομψός, αγνός
高潮 たかしお

ουσιαστικό

  1. 01 καταιγιδοθύελλα
高邁 こうまい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγενής, υψηλόφρων, ανώτερος
高級住宅地 こうきゅうじゅうたくち

ουσιαστικό

  1. 01 αριστοκρατική οικιστική περιοχή, εύπορη γειτονιά
高層階 こうそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλός όροφος (σε κτίριο πολυώροφου)
高2 こうに

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερη τάξη λυκείου, μαθητής δευτέρας λυκείου
高徳 こうとく

ουσιαστικό

  1. 01 αγιότητα, μεγάλη αρετή, εξέχουσα αρετή
高3 こうさん

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτη τάξη λυκείου, μαθητής τρίτης λυκείου
高級官僚 こうきゅうかんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερος γραφειοκράτης, υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος, ανώτατος κρατικός λειτουργός
高気圧 こうきあつ

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή βαρομετρική πίεση, σύστημα υψηλών πιέσεων, περιοχή υψηλών πιέσεων, αντικυκλώνας
高度経済成長 こうどけいざいせいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ραγδαία οικονομική ανάπτυξη (ειδικά αυτή της Ιαπωνίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο)
高等裁判所 こうとうさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερο δικαστήριο