1666 αποτελέσματα για «大»

大袿 おおうちき

ουσιαστικό

  1. 01 μακρυμάνικο κιμονό (περίοδος Χεϊάν)
大陸塊 たいりくかい

ουσιαστικό

  1. 01 ηπειρωτικό τεμάχιο, ηπειρωτική μάζα ξηράς, κρατώνας
大実椰子 おおみやし

ουσιαστικό

  1. 01 κοκοφοίνικας των Σεϋχελλών (Lodoicea maldivica), κόκο ντε μερ, διπλός καρύδα
大気圏内核実験 たいきけんないかくじっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοσφαιρική πυρηνική δοκιμή
大陸命 たいりくめい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταγή αυτοκρατορικού στρατού
大陸指 たいりくし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική στρατιωτική διαταγή (αναλυτική)
大海訓 たいかいくん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική ναυτική διαταγή (ταϊκαϊκούν)
大海指 たいかいし

ουσιαστικό

  1. 01 διαταγή αυτοκρατορικού ναυτικού (λεπτομερής)
大海馬 おおうみうま

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος ιππόκαμπος (Hippocampus kelloggi), ιππόκαμπος του Κέλογκ, θαλάσσιος ιππόκαμπος ανοιχτής θαλάσσης
大名火消し だいみょうひけし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική πυροσβεστική ομάδα (περίοδος Έντο), επαρχιακή πυροσβεστική ομάδα
大鷺草 だいさぎそう

ουσιαστικό

  1. 01 νταϊσαγκισό (είδος ορχιδέας των βάλτων)
大字報 だいじほう

ουσιαστικό

  1. 01 νταιτζιχό (μεγάλο αφισοκολλημένο κείμενο στην Κίνα), εφημερίδα τοίχου με μεγάλα γράμματα
大ゲイマ おおげいま

ουσιαστικό

  1. 01 ογκέιμα, μεγάλη κίνηση του ίππου
大葉蛇の鬚 おおばじゃのひげ

ουσιαστικό

  1. 01 οφιοπώγων ο επίπεδος (ανθοφόρο φυτό της οικογένειας των ασπαραγοειδών)
大博士 だいはかせ

ουσιαστικό

  1. 01 διακεκριμένος λόγιος, κάτοχος ανώτερου διδακτορικού τίτλου
大道具方 おおどうぐかた

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός σκηνής, χειριστής σκηνικών
大毘盧遮那経 だいびるしゃなきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Μαχαβαϊροκάνα Σούτρα, Μαχαβαϊροκάνα Τάντρα
大土蜘蛛 おおつちぐも

ουσιαστικό

  1. 01 ταραντούλα (οποιαδήποτε αράχνη της οικογένειας των θεραφοσίδων)
大脳脚 だいのうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εγκεφαλικό σκέλος
大峰石 おおみねせき

ουσιαστικό

  1. 01 ομινελίτης