1666 αποτελέσματα για «大»
大収納 だいしゅうのう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος αποθηκευτικός χώρος
大 たい
πρόθημα
- 01 έτος της περιόδου Ταϊσό (30 Ιουλίου 1912 - 25 Δεκεμβρίου 1926)
大豆ミート だいずミート
ουσιαστικό
- 01 φυτικό κρέας σόγιας
大豆肉 だいずにく
ουσιαστικό
- 01 φυτική πρωτεΐνη σόγιας
大和言の葉 やまとことのは
ουσιαστικό
- 01 λέξη ιαπωνικής προέλευσης, γηγενής ιαπωνική λέξη
- 02 ουάκα, κλασικό ιαπωνικό ποίημα
大悲観音 だいひかんのん
ουσιαστικό
- 01 Κανόν της Μεγάλης Ευσπλαχνίας (εναλλακτική ονομασία για τον Αβαλοκιτεσβάρα), Μεγάλα Ευσπλαχνικός Κανόν, Ντάιχι Κανόν
大徳は小怨を滅す だいとくはしょうえんをめっす
άλλο, ρήμα
- 01 η μεγάλη αρετή υπερβαίνει τις μικρές μνησικακίες
大規模イベント だいきぼイベント
ουσιαστικό
- 01 εκδήλωση μεγάλης κλίμακας
大幅増 おおはばぞう
ουσιαστικό
- 01 σημαντική αύξηση, μεγάλο κέρδος, τεράστια αύξηση
大排気量 だいはいきりょう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος κυβισμός (κινητήρα)
大抜擢 だいばってき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πολύ αιφνιδιαστική επιλογή (για έναν ρόλο, προαγωγή, κ.λπ.), απρόσμενος διορισμός
大阪焼き おおさかやき
ουσιαστικό
- 01 μικρό κέικ που μοιάζει με οκονομιγιάκι, το οποίο ψήνεται σε μαντεμένιο τηγάνι με κυκλικές υποδοχές (καταναλώνεται στην ανατολική Ιαπωνία)
大転換 だいてんかん
ουσιαστικό
- 01 δραστική αλλαγή, ριζική μεταβολή, μεγάλη στροφή
大径木 だいけいぼく
ουσιαστικό
- 01 δέντρο μεγάλης διαμέτρου (70 εκατοστά ή μεγαλύτερο), γεροδεμένο δέντρο
大彗星 だいすいせい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος κομήτης
大接近 だいせっきん
ουσιαστικό
- 01 κοντινή προσέγγιση
大号泣 だいごうきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεσπώ σε λυγμούς, κλαίω με αναφιλητά
大和叺 やまとかます
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική λούτσα (Σφύραινα η ιαπωνική)
大食上戸餅食らい たいしょくじょうごもちくらい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τρώνε πολύ, πίνουν πολύ και επιπλέον τρώνε μότσι
大ロット だいロット
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη παρτίδα (κατασκευή), μεγάλη ποσότητα