1666 αποτελέσματα για «大»
大黒頭巾 だいこくずきん
ουσιαστικό
- 01 φουσκωτός υφασμάτινος σκούφος (που φοριέται παραδοσιακά από ηλικιωμένους και μοναχούς)
大学学長 だいがくがくちょう
ουσιαστικό
- 01 πρύτανης πανεπιστημίου, καγκελάριος, αντιπρύτανης
大学入学共通テスト だいがくにゅうがくきょうつうテスト
ουσιαστικό
- 01 κοινές εισαγωγικές εξετάσεις πανεπιστημίου
大寺 だいじ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος ναός
大キャンペーン だいキャンペーン
ουσιαστικό
- 01 μεγάλης κλίμακας εκστρατεία, μαζική καμπάνια
大損害 だいそんがい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη ζημιά, σοβαρή απώλεια
大同盟戦争 だいどうめいせんそう
ουσιαστικό
- 01 Πόλεμος της Μεγάλης Συμμαχίας, Πόλεμος του Συνδέσμου του Άουγκσμπουργκ
大陸封鎖令 たいりくふうされい
ουσιαστικό
- 01 διάταγμα του Βερολίνου (1806)
大絶叫 だいぜっきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δυνατή κραυγή, ουρλιαχτό με όλη τη δύναμη της φωνής κάποιου
大気温度 たいきおんど
ουσιαστικό
- 01 ατμοσφαιρική θερμοκρασία, θερμοκρασία περιβάλλοντος
大渋滞 だいじゅうたい
ουσιαστικό
- 01 τεράστια κυκλοφοριακή συμφόρηση, μεγάλο μποτιλιάρισμα, πλήρης ακινητοποίηση, απόλυτο κυκλοφοριακό χάος
大ブーム だいブーム
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη μόδα, τεράστια επιτυχία, το θέμα της ημέρας, οργασμός δημοτικότητας
大尽遊び だいじんあそび
ουσιαστικό
- 01 σπάταλη διασκέδαση (ιδιαίτερα στις περιοχές με οίκους ανοχής), εξωφρενική σπατάλη χρημάτων, ξόδεμα χρημάτων με βασιλικό τρόπο
大注目 だいちゅうもく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεγάλη προσοχή, έντονο ενδιαφέρον
大和朝廷 やまとちょうてい
ουσιαστικό
- 01 Αυλή των Γιαμάτο
大特価 だいとっか
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά χαμηλή τιμή, μεγάλη έκπτωση
大型ビジョン おおがたビジョン
ουσιαστικό
- 01 πολύ μεγάλη οθόνη προβολής βίντεο (για υπαίθρια διαφήμιση, αθλητικά στάδια, κ.λπ.), γιγαντοοθόνη, jumbotron
大見得切る おおみえきる
άλλο, ρήμα
- 01 δηλώνω με αυτοπεποίθηση, δηλώνω περήφανα, δηλώνω με θεατρικό τρόπο
- 02 παίρνω πόζα (για δραματικό αποτέλεσμα)
大橋 おおはし
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη γέφυρα, μεγάλη γέφυρα
大増税 だいぞうぜい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη αύξηση φόρων, φορολογική επιβάρυνση