1588 αποτελέσματα για «一»

一葉落ちて天下の秋を知る いちようおちててんかのあきをしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ένα φύλλο πέφτει και καταλαβαίνεις πως έρχεται το φθινόπωρο
一昨昨 いっさくさく

πρόθημα

  1. 01 προπέρυσι, τρεις ημέρες πριν
一六 いちろく

ουσιαστικό

  1. 01 το φέρσιμο 1 και 6 (με δύο ζάρια)
  2. 02 τζόγος με ζάρια
  3. 03 ένοπλη ληστεία, ληστεία
  4. 04 αργία κατά την περίοδο Έντο έως τις αρχές της περιόδου Μέιτζι που συνέπιπτε με όλες τις ημέρες του μήνα που περιείχαν το 1 ή το 6 (όταν γράφονταν με κάντζι, δηλαδή την 1η, 11η, 16η, 21η και 26η ημέρα του μήνα)
四・一六事件 よんいちろくじけん

ουσιαστικό

  1. 01 επεισόδιο της 16ης Απριλίου (συλλήψεις κομμουνιστών και μελών άλλων αντικυβερνητικών οργανώσεων, 1929)
一六日 いちろくび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα ανάπαυσης κατά την περίοδο Έντο έως τις αρχές της περιόδου Μέιτζι, η οποία συνέπιπτε με κάθε ημέρα του μήνα που περιείχε το ψηφίο 1 ή 6 (όταν αναγράφεται με αριθμούς κάντζι, δηλαδή την 1η, 11η, 16η, 21η και 26η ημέρα του μήνα)
一理ある いちりある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω δίκιο σε ένα βαθμό, περιέχω κάποια αλήθεια, βγάζω κάποιο νόημα, έχω κάποια αξία
一働き ひとはたらき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω σειρά στην εργασία, εργάζομαι για λίγο
一時代 いちじだい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή, μια συγκεκριμένη περίοδος (στην ιστορία)
一時雇用 いちじこよう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή απασχόληση, προσωρινή εργασία
一般国道 いっぱんこくどう

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος εθνικός δρόμος, εθνική οδός εκτός αυτοκινητοδρόμου
一栄一落 いちえいいちらく

ουσιαστικό

  1. 01 άνοδος και πτώση
一般消費者 いっぱんしょうひしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικοί καταναλωτές
一身専属権 いっしんせんぞくけん

ουσιαστικό

  1. 01 μη μεταβιβάσιμο προσωπικό δικαίωμα, αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα
一流企業 いちりゅうきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαία εταιρεία, επιχείρηση πρώτης κατηγορίας, ηγετική εταιρεία
一等空曹 いっとうくうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχισμηνίας (της Ιαπωνικής Αεροπορικής Δύναμης Αυτοάμυνας)
一眼二足三胆四力 いちがんにそくさんたんしりき

άλλο

  1. 01 πρώτον όραση, δεύτερον κινήσεις ποδιών, τρίτον θάρρος, τέταρτον τεχνική (οι σημαντικότερες πτυχές του κέντο)
一行三昧 いちぎょうざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης συγκέντρωση σε ένα θέμα (συνήθως προσευχή), προσήλωση σε μία πρακτική
一国両制 いっこくりょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μία χώρα, δύο συστήματα (κινεζική πολιτική)
一充電 いちじゅうでん

ουσιαστικό

  1. 01 μία φόρτιση (ειδικά για ηλεκτρικά οχήματα)
一人尺八 ひとりしゃくはち

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοστοματικός ικανοποίηση