1588 αποτελέσματα για «一»

一気見 いっきみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαραθώνιος θέασης, αδιάλειπτη παρακολούθηση τηλεοπτικών σειρών
一貫生産 いっかんせいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκληρωμένη παραγωγή, κατασκευή από την αρχή έως το τέλος
一般社員 いっぱんしゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 απλό στέλεχος, τακτικός υπάλληλος
一日 ひとひ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μία ημέρα
  2. 02 όλη την ημέρα
  3. 03 πρώτη ημέρα του μήνα
一条の光 いちじょうのひかり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αχτίνα φωτός
一次旅券 いちじりょけん

ουσιαστικό

  1. 01 διαβατήριο μίας χρήσης
一人称単数 いちにんしょうたんすう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο ενικό πρόσωπο
一人称複数 いちにんしょうふくすう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο πληθυντικό πρόσωπο
一歩先 いっぽさき

ουσιαστικό

  1. 01 ένα βήμα μπροστά
一般病棟 いっぱんびょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός θάλαμος (νοσοκομείου)
一次避難所 いちじひなんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος καταφύγιο έκτακτης ανάγκης (για αρχική χρήση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης)
一億一心 いちおくいっしん

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική ενότητα (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου)
一日署長 いちにちしょちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής μιας ημέρας (δημόσια εκδήλωση κατά την οποία μια διασημότητα αναλαμβάνει επικεφαλής ενός τμήματος αστυνομίας, πυροσβεστικής κ.λπ. για μία ημέρα)
一塩基 いちえんき

άλλο

  1. 01 μονοβασικός, μονοατομικός, μονονουκλεοτιδικός
一悶着 ひともんちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μικροκαυγάς, διαφωνία, αψιμαχία, ζήτημα, πρόβλημα
一揖 いちゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφριά υπόκλιση
一ヶ月検診 いっかげつけんしん

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίος ιατρικός έλεγχος (βρέφους)
一流半 いちりゅうはん

ουσιαστικό

  1. 01 όχι εντελώς πρώτης τάξης, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία, ημιπρώτης τάξης
一般教書演説 いっぱんきょうしょえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλία για την κατάσταση του έθνους (ΗΠΑ)
一価不飽和脂肪酸 いっかふほうわしぼうさん

ουσιαστικό

  1. 01 μονοακόρεστο λιπαρό οξύ