185 αποτελέσματα για «両»

両凸 りょうとつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίκυρτος
両性花 りょうせいか

ουσιαστικό

  1. 01 ερμαφρόδιτο άνθος, αμφισεξουαλικό άνθος
両建て預金 りょうだてよきん

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρεωτική κατάθεση ως αντάλλαγμα για τη λήψη δανείου
両バッテリー りょうバッテリー

ουσιαστικό

  1. 01 πίτσερ και κάτσερ (το δίδυμο του ρίπτη και του υποδοχέα στο μπέιζμπολ)
両面価値 りょうめんかち

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιθυμία, διφορούμενη στάση
両刃鋸 りょうばのこぎり

ουσιαστικό

  1. 01 πριόνι διπλής όψης
両対数グラフ りょうたいすうグラフ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλά λογαριθμικό διάγραμμα
両方向印刷 りょうほうこういんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίδρομη εκτύπωση
両面ディスク りょうめんディスク

ουσιαστικό

  1. 01 δίσκος διπλής όψης
両忘 りょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αποστασιοποίηση από διχοτομίες, αποστασιοποίηση από την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα
両頭政治 りょうとうせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 δυαρχία, διπλή διακυβέρνηση
両唇音 りょうしんおん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλοχειλικός
両為 りょうだめ

επίρρημα

  1. 01 προς όφελος και των δύο πλευρών
両ガカリ りょうがかり

ουσιαστικό

  1. 01 προσέγγιση και από τις δύο γωνίες
両院協 りょういんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή επιτροπή και των δύο σωμάτων
両院合同協議会 りょういんごうどうきょうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή συνεδρίαση και των δύο σωμάτων (κοινοβούλιο, κογκρέσο)
両本位制 りょうほんいせい

ουσιαστικό

  1. 01 διμεταλλισμός
両面羊歯 りょうめんしだ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος φτέρης (Arachniodes standishii), γνωστό και ως ριομενσίντα
両全花 りょうぜんか

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιφυλόφιλο άνθος
両葉草 もろはぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 ασάρουμ το καυλές (είδος άγριου τζίντζερ)