150 αποτελέσματα για «丸»

丸数字 まるすうじ

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλωμένος αριθμός
丸漬 まるづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο τουρσί (λαχανικά)
丸ゴシック体 まるゴシックたい

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλεμένη γραμματοσειρά sans-serif, στρογγυλεμένη γοτθική γραμματοσειρά
丸井 まるい

ουσιαστικό

  1. 01 Μαρουί
  2. 02 Μαρουί (εταιρεία λιανικού εμπορίου)
丸亀平井美術館 まるがめひらいびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Μαρούγκαμε Χιράι
丸紅 まるべに

ουσιαστικό

  1. 01 Μαρουμπένι Κορπορέισον
  2. 02 Μαρουμπένι
丸紅経済研究所 まるべにけいざいけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Μαρούμπενι
丸善 まるぜん

ουσιαστικό

  1. 01 Μαρουζέν (εκδοτικός οίκος)
丸八証券 まるはちしょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 Μαρουχάτσι Σεκιούριτις
  1. 01 στρογγυλός
  2. 02 πλήρης (για μήνα)
  3. 03 τελειότητα
  4. 04 σύνολο
  5. 05 χάπι
  6. 06 στρογγυλεύω
  7. 07 τυλίγω, κουλουριάζω
  8. 08 κουλουριάζομαι, συσπειρώνομαι
  9. 09 αποπλανώ, δελεάζω
  10. 10 δικαιολογώ, αιτιολογώ