143 αποτελέσματα για «乗»

乗り物券 のりものけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο για παιχνίδια (π.χ. σε λούνα παρκ), εισιτήριο ατραξιόν
乗馬連盟 じょうばれんめい

ουσιαστικό

  1. 01 Βρετανική Ομοσπονδία Ιππασίας
  1. 01 ανεβαίνω, καβαλάω
  2. 02 δύναμη, ισχύς
  3. 03 πολλαπλασιασμός
  4. 04 καταγραφή
  5. 05 μετρητική λέξη οχημάτων
  6. 06 επιβιβάζομαι
  7. 07 ανεβαίνω, καβαλάω
  8. 08 εντάσσομαι, συμμετέχω