210 αποτελέσματα για «予»

予備会談 よびかいだん

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτική συζήτηση
予備科 よびか

ουσιαστικό

  1. 01 προπαρασκευαστικό τμήμα
予備尋問 よびじんもん

ουσιαστικό

  1. 01 προδικαστική εξέταση (ακρόαση για τον καθορισμό της παραδεκτότητας αποδεικτικών στοιχείων ή της καταλληλότητας ενός μάρτυρα ή ενόρκου)
予備役将校訓練課程 よびえきしょうこうくんれんかてい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα εκπαίδευσης εφέδρων αξιωματικών (ΗΠΑ), ROTC
予告なく よこくなく

επίρρημα

  1. 01 χωρίς προειδοποίηση
予定案 よていあん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα, σχέδιο, προσπέκτους
予圧 よあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφόρτιση, προπίεση, πιλοτική πίεση
予防医療 よぼういりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτική ιατρική
予稿 よこう

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτικό προσχέδιο, περίληψη
予防戦争 よぼうせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικός πόλεμος
予約係 よやくがかり

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο κρατήσεων (αεροπορικής εταιρείας)
予令 よれい

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτική διαταγή
予想高 よそうだか

ουσιαστικό

  1. 01 εκτίμηση
予想収穫高 よそうしゅうかくだか

ουσιαστικό

  1. 01 εκτίμηση σοδειάς
予想利益 よそうりえき

ουσιαστικό

  1. 01 εκτιμώμενα κέρδη
予定期限 よていきげん

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμένη ημερομηνία
予備協約 よびきょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτική συμφωνία
予備座席 よびざせき

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό κάθισμα (εξωτερικό κάθισμα σε παλαιότερα αυτοκίνητα)
予備士官学校 よびしかんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή δοκίμων εφέδρων αξιωματικών
予備将校 よびしょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 έφεδροι αξιωματικοί