238 αποτελέσματα για «交»
交通公社 こうつうこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο τουρισμού (Ιαπωνία)
交際嫌い こうさいぎらい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κοινωνικά απρόσιτος, εσωστρεφής
交代級数 こうたいきゅうすう
ουσιαστικό
- 01 εναλλασσόμενη σειρά
交際下手 こうさいべた
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 δυσκολεύομαι στις κοινωνικές συναναστροφές, δεν τα πάω καλά σε κοινωνικές περιστάσεις, είμαι κοινωνικά αδέξιος
交通マヒ こうつうまひ
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφοριακή συμφόρηση, παράλυση της κυκλοφορίας
交通戦争 こうつうせんそう
ουσιαστικό
- 01 χάος στους δρόμους, οδικός πόλεμος
交渉委員 こうしょういいん
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματευτικά μέλη επιτροπής
交際好き こうさいずき
επίθετο
- 01 κοινωνικός
交附 こうふ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράδοση, χορήγηση, επίδοση (εισιτηρίου) σε (πρόσωπο)
交代員 こうたいいん
ουσιαστικό
- 01 βάρδια εργαζομένων
交通安全協会 こうつうあんぜんきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Σύλλογος Οδικής Ασφάλειας
交連 こうれん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 σύνδεσμος, επίσυνψη, αναστομωτικός σύνδεσμος
- 02 συνδεσμικός
交通問題 こうつうもんだい
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφοριακό πρόβλημα
交易条件 こうえきじょうけん
ουσιαστικό
- 01 όροι εμπορίου
交付者 こうふしゃ
ουσιαστικό
- 01 παραδότης, δωρητής
交流会議 こうりゅうかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συνέδριο ανταλλαγής (π.χ. πολιτιστικό, εκπαιδευτικό κ.λπ.), συνάντηση ανταλλαγής
交ぜ書き まぜがき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γραφή ορισμένων χαρακτήρων (ιδιαίτερα σύνθετων κάντζι) μιας λέξης με τη χρήση κάνα αντί για κάντζι
交代作業 こうたいさぎょう
ουσιαστικό
- 01 εργασία με βάρδιες
交通禍 こうつうか
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφοριακή καταστροφή, τροχαίο ατύχημα
交ぜ織り まぜおり
ουσιαστικό
- 01 σύμμεικτη ύφανση