159 αποτελέσματα για «仏»

仏足石歌体 ぶっそくせきかたい

ουσιαστικό

  1. 01 ποιητική μορφή που συναντάται στο μνημείο ίχνους του Βούδα στο ναό Γιακούσι της Νάρα (ακολουθεί μορφή 5-7-5-7-7-7 μορών)
仏涅槃忌 ぶつねはんき

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική τελετή που πραγματοποιείται την ημέρα του θανάτου του Βούδα (αρχικά τη 15η ημέρα του δεύτερου μήνα, τώρα τη 15η ημέρα του τρίτου μήνα)
仏位 ぶつい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση βούδα (το υπέρτατο επίπεδο της βουδιστικής φώτισης), βουδότητα
仏暦 ぶつれき

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό ημερολόγιο
仏滅紀元 ぶつめつきげん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό ημερολόγιο
仏ほっとけ神構うな ほとけほっとけかみかまうな

άλλο

  1. 01 μην ενοχλείς τον Βούδα, μην δίνεις σημασία στον Θεό
仏の沙汰も銭 ほとけのさたもぜに

άλλο

  1. 01 τα λεφτά λύνουν τα πάντα, το χρήμα ανοίγει όλες τις πόρτες, ακόμα και η ετυμηγορία του Βούδα καθορίζεται από το χρήμα
仏格 ぶっかく

ουσιαστικό

  1. 01 βουδική κατάσταση
仏名会 ぶつみょうえ

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσια τελετή απαγγελίας των ονομάτων των Βουδών
仏料理 ふつりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 γαλλική κουζίνα
仏さん ほとけさん

ουσιαστικό

  1. 01 Βούδας
  2. 02 νεκρός
仏式バルブ ふつしきバルブ

ουσιαστικό

  1. 01 βαλβίδα τύπου Πρεστά, γαλλική βαλβίδα, βαλβίδα Σκλαβιεράν
仏伊 ふつい

ουσιαστικό

  1. 01 Γαλλία και Ιταλία, γαλλοιταλικός
仏跳牆 ぶっちょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φου τιαο τσιανγκ (ποικιλία σούπας με πτερύγιο καρχαρία), ο πειρασμός του Βούδα, φου τιαο τσιανγκ
仏米 ふつべい

ουσιαστικό

  1. 01 Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες, γαλλοαμερικανικός
仏飯 ぶっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά ρυζιού στον Βούδα
仏心鬼手 ぶっしんきしゅ

άλλο

  1. 01 σπλαχνική σκληρότητα, το ανελέητο νυστέρι ενός συμπονετικού χειρουργού, η καρδιά του Βούδα με το χέρι δαίμονα
仏作って魂入れず ほとけつくってたましいいれず

άλλο

  1. 01 παρά λίγο αλλά δεν τα κατάφερα, οργώνω το χωράφι αλλά ξεχνάω τον σπόρο, φτιάχνω το άγαλμα του Βούδα αλλά δεν του δίνω ψυχή
  1. 01 Βούδας
  2. 02 νεκροί
  3. 03 Γαλλία