255 αποτελέσματα για «仮»

仮繃帯 かりほうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτες βοήθειες επίδεσης
仮埋め かりうめ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή ταφή
仮株券 かりかぶけん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός τίτλος μετοχής, προσωρινή απόδειξη μετοχών
仮庵の祭 かりいおのまつり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή της σκηνοποιίας, σουκότ
仮拵え かりごしらえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόχειρη κατασκευή, προσωρινό κτίσμα
仮議長 かりぎちょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός πρόεδρος, αναπληρωτής πρόεδρος
仮想装置 かそうそうち

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική συσκευή
仮想工場 かそうこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εικονικό εργοστάσιο
仮受取 かりうけとり

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή απόδειξη παραλαβής
仮道管 かどうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τραχειΐδα
仮想現実感 かそうげんじつかん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική πραγματικότητα, εικονική πραγματικότητα (VR)
仮手続 かりてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή διαδικασία
仮進級 かりしんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό όρους προαγωγή
仮止め かりどめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή στερέωση, προσωρινή ακινητοποίηση στη θέση του
仮パラメータ かりパラメータ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική παράμετρος
仮役 かりやく

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή θέση
仮説検定 かせつけんてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος υποθέσεων
仮勘定 かりかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 λογαριασμός προσωρινών εγγραφών
仮記入 かりきにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή εγγραφή λογαριασμού
仮決 かけつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπό αίρεση έγκριση