191 αποτελέσματα για «低»
低置 ていち
ουσιαστικό
- 01 χαμηλής τοποθέτησης (για καζανάκι τουαλέτας)
低電位 ていでんい
ουσιαστικό
- 01 χαμηλή ηλεκτρική τάση
低密 ていみつ
ουσιαστικό
- 01 χαμηλή πυκνότητα
低利金 ていりきん
ουσιαστικό
- 01 κεφάλαιο χαμηλού επιτοκίου
低利金融 ていりきんゆう
ουσιαστικό
- 01 πίστωση με χαμηλό επιτόκιο
低金利政策 ていきんりせいさく
ουσιαστικό
- 01 πολιτική φθηνού χρήματος
低公害車 ていこうがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 όχημα χαμηλών ρύπων
低髄液圧症候群 ていずいえきあつしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 υποογκαιμία εγκεφαλονωτιαίου υγρού, υποογκαιμία ΕΝΥ, σύνδρομο ενδοκράνιας υπότασης
低賃金産業 ていちんぎんさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανία χαμηλών μισθών
低利得アンテナ ていりとくアンテナ
ουσιαστικό
- 01 κεραία χαμηλού κέρδους
低木層 ていぼくそう
ουσιαστικό
- 01 χαμηλή βλάστηση (θάμνοι κάτω από το θόλο των δέντρων)
低ニコチン ていニコチン
ουσιαστικό
- 01 χαμηλής περιεκτικότητας σε νικοτίνη (π.χ. τσιγάρα)
低ビットレート ていビットレート
ουσιαστικό
- 01 χαμηλός ρυθμός μετάδοσης bit
低域通過フィルタ ていいきつうかフィルタ
ουσιαστικό
- 01 φίλτρο χαμηλών συχνοτήτων, φίλτρο διέλευσης χαμηλών συχνοτήτων
低周波発振器 ていしゅうははっしんき
ουσιαστικό
- 01 ταλαντωτής χαμηλής συχνότητας, LFO
低消費電力状態 ていしょうひでんりょくじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση μειωμένης κατανάλωσης ενέργειας
低速通信 ていそくつうしん
ουσιαστικό
- 01 επικοινωνία χαμηλής ταχύτητας
低損失 ていそんしつ
ουσιαστικό
- 01 χαμηλή απώλεια
低電圧版Xeon ていでんあつばんジーオン
ουσιαστικό
- 01 έκδοση χαμηλής τάσης του Xeon
低電圧版モバイル ていでんあつばんモバイル
ουσιαστικό
- 01 επεξεργαστής χαμηλής τάσης για φορητές συσκευές