539 αποτελέσματα για «出»

出世払い しゅっせばらい

ουσιαστικό

  1. 01 εξόφληση χρέους μετά την επιτυχία, υπόσχεση αποπληρωμής χρέους μετά την επίτευξη επιτυχίας
出生率 しゅっしょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό γεννήσεων
出来かねる できかねる

ρήμα

  1. 01 δυσκολεύομαι να κάνω κάτι, αδυνατώ να πράξω κάτι
出版物 しゅっぱんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσίευμα, έκδοση
出産後 しゅっさんご

ουσιαστικό

  1. 01 μεταγεννητικός, λοχεία
出鼻 でばな

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχον μέρος (ακρωτηρίου κ.ά.)
  2. 02 στιγμή της αναχώρησης, έτοιμος για έξοδο
  3. 03 αφετηρία, έναρξη, αρχή
出世コース しゅっせコース

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή επαγγελματικής ανέλιξης, πορεία προαγωγής, ταχεία ανέλιξη, ανοδική κοινωνική κινητικότητα
出場権 しゅつじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα συμμετοχής (π.χ. σε Ολυμπιακούς Αγώνες), θέση
出世頭 しゅっせがしら

ουσιαστικό

  1. 01 ο πιο επιτυχημένος (ανάμεσα στους συγγενείς, τους συμμαθητές κ.λπ.)
出走 しゅっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμετοχή σε αγώνα
出し渋る だししぶる

ρήμα

  1. 01 τσιγκουνεύομαι, είμαι απρόθυμος να πληρώσω
出来レース できレース

ουσιαστικό

  1. 01 στημένο παιχνίδι, προσυνεννοημένος διαγωνισμός, στημένη δουλειά
出水 しゅっすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλημμύρα, κατακλυσμός
出来高 できだか

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 απόδοση, σοδειά, παραγωγή, όγκος, εργασία με το κομμάτι
出典 しゅってん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή (π.χ. παράθεσης), αυθεντία
出勤時間 しゅっきんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα προσέλευσης στην εργασία
  2. 02 ώρα αναχώρησης από το σπίτι για την εργασία
出歯亀 でばがめ

ουσιαστικό

  1. 01 ηδονοβλεψίας, ματάκιας
出題者 しゅつだいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που θέτει ερωτήσεις (για εξετάσεις ή κουίζ)
出城 でじろ

ουσιαστικό

  1. 01 ντετζίρο (κάστρο χτισμένο μακριά από το κύριο κάστρο για στρατηγικούς σκοπούς), εξωτερικό κάστρο, παρακλάδι κάστρου
出動命令 しゅつどうめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή μετακίνησης, διαταγή απόπλου