159 αποτελέσματα για «利»
利殖商法 りしょくしょうほう
ουσιαστικό
- 01 απάτη με στόχο την προσέλκυση επενδυτών μέσω της υπόσχεσης υψηλών αποδόσεων
利付国債 りつきこくさい
ουσιαστικό
- 01 έντοκα κρατικά ομόλογα
利子所得 りししょとく
ουσιαστικό
- 01 εισόδημα από τόκους, εισόδημα από τόκους καταθέσεων
利息制限法 りそくせいげんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί περιορισμού των επιτοκίων
利用案内 りようあんない
ουσιαστικό
- 01 πληροφορίες χρήσης
- 02 οδηγίες χρήσης
利用券 りようけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο, κουπόνι, δελτίο χρήσης
利用シーン りようシーン
ουσιαστικό
- 01 σενάριο χρήσης, περίπτωση χρήσης
利胆薬 りたんやく
ουσιαστικό
- 01 χολαγωγό
利益誘導 りえきゆうどう
ουσιαστικό
- 01 ρουσφέτι, πολιτική ευνοιοκρατία, παροχή προνομίων στην εκλογική περιφέρεια
利を得る りをえる
άλλο, ρήμα
- 01 κερδίζω (π.χ. από μια πώληση), ωφελούμαι
利子割 りしわり
ουσιαστικό
- 01 νομαρχιακό ποσοστό επί του φόρου τόκων τραπεζικών καταθέσεων
利子税 りしぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος επί των τόκων, τόκος που επιβάλλεται σε καθυστερημένες φορολογικές πληρωμές
利尿作用 りにょうさよう
ουσιαστικό
- 01 διουρητική δράση
利確 りかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρευστοποίηση κερδών
利益確定 りえきかくてい
ουσιαστικό
- 01 κεφαλαιοποίηση κέρδους
利他的 りたてき
επίθετο
- 01 αλτρουιστικός
利他的行動 りたてきこうどう
ουσιαστικό
- 01 αλτρουιστική συμπεριφορά, αλτρουισμός
利益享受者 りえききょうじゅしゃ
ουσιαστικό
- 01 δικαιούχος
利
- 01 κέρδος
- 02 πλεονέκτημα
- 03 όφελος