395 αποτελέσματα για «前»

前途洋々 ぜんとようよう

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 με λαμπρό μέλλον, που προσφέρει ελπιδοφόρες προοπτικές
前進基地 ぜんしんきち

ουσιαστικό

  1. 01 προκεχωρημένη βάση
前非 ぜんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 παρελθοντικό σφάλμα, παρελθοντικό λάθος, παρελθοντική ανοησία, παρελθοντική αμαρτία
前照灯 ぜんしょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 προβολέας (οχήματος)
前置 ぜんち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
前漢 ぜんかん

ουσιαστικό

  1. 01 Πρώην Δυναστεία των Χαν (της Κίνας· 206 π.Χ. - 9 μ.Χ.), Δυτική Δυναστεία των Χαν
前書 ぜんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 προγενέστερο κείμενο, πρώτο από δύο βιβλία, προηγούμενη επιστολή
前期試験 ぜんきしけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξετάσεις εξαμήνου
前世界 ぜんせかい

ουσιαστικό

  1. 01 προϊστορική εποχή
前節 ぜんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη παράγραφος, ενότητα, ή στίχος
前半生 ぜんはんせい

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο μισό της ζωής κάποιου
前身頃 まえみごろ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστινό τμήμα (ενδύματος)
前方後円墳 ぜんぽうこうえんふん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός αρχαίος τύμβος σε σχήμα κλειδαρότρυπας
前に述べたように まえにのべたように

άλλο

  1. 01 όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, όπως αναφέρθηκε παραπάνω
前売り まえうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προπώληση, κράτηση
前近代的 ぜんきんだいてき

επίθετο

  1. 01 προμοντέρνος, φεουδαρχικός
前掲書 ぜんけいしょ

άλλο

  1. 01 προαναφερθέν έργο, ανωτέρω μνημονευόμενο σύγγραμμα, op. cit. (στο προαναφερθέν έργο)
前カゴ まえカゴ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστινό καλάθι (π.χ. σε ποδήλατο)
前後ろ まえうしろ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά και πίσω
前端 ぜんたん

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστινό μέρος, διεπαφή χρήστη