299 αποτελέσματα για «半»

半可 はんか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανεπάρκεια, ημιτελής
半濁音 はんだくおん

ουσιαστικό

  1. 01 συλλαβή με ήχο «π» (στα ιαπωνικά)
半片 はんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 πολτοποιημένο ψάρι σε μορφή κέικ, χάνπεν
  2. 02 μισή φέτα, μισό εισιτήριο, απόκομμα εισιτηρίου
半盲 はんもう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτυφλός
半光沢 はんこうたく

ουσιαστικό

  1. 01 ημιγυαλιστερός, ημιματ
半醒半睡 はんせいはんすい

ουσιαστικό

  1. 01 ημικοιμισμένος, εν μέρει ξύπνιος και εν μέρει κοιμισμένος
半製品 はんせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτελή προϊόντα
半影 はんえい

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκιά
半割 はんざき

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική γιγάντια σαλαμάνδρα (ανδρίας ο ιαπωνικός)
半角スペース はんかくスペース

ουσιαστικό

  1. 01 διάστημα μισού πλάτους, διάστημα en
半身麻痺 はんしんまひ

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπληγία (παράλυση στη μία πλευρά του σώματος)
半臂 はんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 κοντομάνικο (ή αμάνικο) εσώρουχο που φορούσαν οι αριστοκράτες άνδρες
半跏 はんか

ουσιαστικό

  1. 01 ημι-λωτός (στάση διαλογισμού), κάθισμα με το ένα πόδι τοποθετημένο πάνω στον αντίθετο μηρό
半成 はんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτελής, μισοτελειωμένος
半意識 はんいしき

ουσιαστικό

  1. 01 ημισυνειδητότητα, μισοσυνειδητή κατάσταση
  2. 02 ασυνείδητη κατάσταση
  3. 03 υποσυνειδητότητα
半舷上陸 はんげんじょうりく

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια ξηράς για τη μισή βάρδια, εκ περιτροπής άδεια πληρώματος, άδεια ξηράς για το μισό πλήρωμα ενός πλοίου ταυτόχρονα
半端仕事 はんぱしごと

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιριακή εργασία, περιστασιακή δουλειά
半加算器 はんかさんき

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαθροιστής
半透膜 はんとうまく

ουσιαστικό

  1. 01 ημιδιαπερατή μεμβράνη
半乾燥 はんかんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ημίξηρος, ημιάνυδρος