331 αποτελέσματα για «原»
原子力安全委員会 げんしりょくあんぜんいいんかい
ουσιαστικό
- 01 Επιτροπή Πυρηνικής Ασφάλειας
原因菌 げんいんきん
ουσιαστικό
- 01 αιτιολογικός μικροοργανισμός, παθογόνο βακτήριο, παθογόνο
原板 げんぱん
ουσιαστικό
- 01 αρνητικό (φωτογραφίας)
原子物理学者 げんしぶつりがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 πυρηνικός φυσικός
原審 げんしん
ουσιαστικό
- 01 πρωτόδικη απόφαση, πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση
原子物理学 げんしぶつりがく
ουσιαστικό
- 01 ατομική φυσική, πυρηνική φυσική
原資料 げんしりょう
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής πηγή
原牛 げんぎゅう
ουσιαστικό
- 01 αύροχος, ούρος (εξαφανισμένος πρόγονος της σύγχρονης αγελάδας, Bos taurus)
原稿を寄せる げんこうをよせる
άλλο, ρήμα
- 01 συνεισφέρω άρθρο
原色版 げんしょくばん
ουσιαστικό
- 01 τρίχρωμη εκτύπωση
原由 げんゆ
ουσιαστικό
- 01 αιτία, λόγος
原始共産制 げんしきょうさんせい
ουσιαστικό
- 01 πρωτόγονος κομμουνισμός
原級 げんきゅう
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενη βαθμίδα
- 02 θετικός βαθμός
原始関数 げんしかんすう
ουσιαστικό
- 01 αρχική συνάρτηση
原因分析 げんいんぶんせき
ουσιαστικό
- 01 ανάλυση αιτιών, αιτιατή ανάλυση, διάγνωση
原生地 げんせいち
ουσιαστικό
- 01 άγρια φύση, παρθένα γη, ακαλλιέργητη έκταση
- 02 βιότοπος, φυσικό περιβάλλον
原動機付自転車 げんどうきつきじてんしゃ
ουσιαστικό
- 01 μοτοποδήλατο (με κυβισμό κάτω από 50 κ.εκ.), μηχανοκίνητο ποδήλατο
原始言語 げんしげんご
ουσιαστικό
- 01 γλώσσα-πηγή
原級留置 げんきゅうりゅうち
ουσιαστικό
- 01 επανάληψη σχολικής τάξης, μετεξεταστέος
原材料名 げんざいりょうめい
ουσιαστικό
- 01 συστατικά, κατάλογος συστατικών