325 αποτελέσματα για «反»
反間苦肉 はんかんくにく
ουσιαστικό
- 01 στρατήγημα για την πρόκληση ρήξης στο εχθρικό στρατόπεδο με τη χρήση δόλιας συνωμοσίας
反物屋 たんものや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα υφασμάτων
反射材 はんしゃざい
ουσιαστικό
- 01 αντανακλαστικό υλικό ασφαλείας, ανακλαστήρας, ανακλαστικό υλικό
反動家 はんどうか
ουσιαστικό
- 01 αντιδραστικός
反知性主義 はんちせいしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντιδιανοουμενισμός
反帝国主義 はんていこくしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντιιμπεριαλισμός
反動派 はんどうは
ουσιαστικό
- 01 οι αντιδραστικοί
反主流 はんしゅりゅう
ουσιαστικό
- 01 αντισυστημικός, περιθωριακός
反戦デモ はんせんデモ
ουσιαστικό
- 01 αντιπολεμική διαδήλωση
反則勝ち はんそくがち
ουσιαστικό
- 01 νίκη λόγω φάουλ του αντιπάλου
反捕鯨 はんほげい
ουσιαστικό
- 01 αντίθεση στη φαλαινοθηρία, κατά της φαλαινοθηρίας
反社会的行動 はんしゃかいてきこうどう
ουσιαστικό
- 01 αντικοινωνική συμπεριφορά
反対色 はんたいしょく
ουσιαστικό
- 01 αντιθέτο χρώμα, συμπληρωματικό χρώμα
反収 たんしゅう
ουσιαστικό
- 01 παραγωγή ανά ταν
反中性子 はんちゅうせいし
ουσιαστικό
- 01 αντινετρόνιο
反体制側 はんたいせいがわ
ουσιαστικό
- 01 αντικαθεστωτικός, αντικυβερνητικός
反り橋 そりはし
ουσιαστικό
- 01 τοξωτή γέφυρα
反対給付 はんたいきゅうふ
ουσιαστικό
- 01 αντιπαροχή, αντάλλαγμα
反動思想 はんどうしそう
ουσιαστικό
- 01 αντιδραστικές ιδέες
反戦主義者 はんせんしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 ειρηνιστής