260 αποτελέσματα για «回»

回線費用 かいせんひよう

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος γραμμής
回り番 まわりばん

ουσιαστικό

  1. 01 εκ περιτροπής υπηρεσία, βάρδια
回線網 かいせんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο γραμμών, δίκτυο κορμού
回収金 かいしゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα που εισπράττονται, ανάκτηση κεφαλαίου, αναγκαστική επιστροφή χρημάτων
回帰分析 かいきぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 παλινδρομική ανάλυση
回国 かいこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξιδεύω σε όλη τη χώρα, περιοδεύω
回避的 かいひてき

επίθετο

  1. 01 αποφευκτικός, υπεκφευκτικός
回遊船 かいゆうせん

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικό σκάφος
回し文 まわしぶみ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκύκλιο έγγραφο, κυκλικό σημείωμα
回転競技 かいてんきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σλάλομ
回折格子 かいせつこうし

ουσιαστικό

  1. 01 φράγμα περίθλασης
回春剤 かいしゅんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιγηραντικό σκεύασμα
回復ログ かいふくログ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο καταγραφής ανάκτησης
回路素子 かいろそし

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο κυκλώματος
回峰行 かいほうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 χιλιοήμερη ορεινή πορεία από το όρος Χιεϊζάν προς το παλιό Αυτοκρατορικό Παλάτι στο Κιότο (ασκητική πρακτική της σχολής Τεντάι)
回線終端装置 かいせんしゅうたんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 τερματική συσκευή κυκλώματος δεδομένων, εξοπλισμός τερματισμού κυκλώματος δεδομένων, ψηφιακή μονάδα υπηρεσίας, εξοπλισμός τερματισμού γραμμής, μονάδα ψηφιακών υπηρεσιών, εξοπλισμός τερματισμού γραμμής
回送車 かいそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα εκτός υπηρεσίας, συρμός εκτός υπηρεσίας, λεωφορείο εκτός υπηρεσίας, κενή διαδρομή
回転面 かいてんめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια εκ περιτροπής
回帰係数 かいきけいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής παλινδρόμησης
回避性パーソナリティ障害 かいひせいパーソナリティしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας, αποφευκτική διαταραχή, αγχώδης διαταραχή προσωπικότητας