247 αποτελέσματα για «土»

土地言葉 とちことば

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική διάλεκτος, ιδίωμα μιας περιοχής
土日月 どにちげつ

ουσιαστικό

  1. 01 Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα
土弄り つちいじり

ουσιαστικό

  1. 01 παίζω με το χώμα
  2. 02 κηπουρική, γεωργία (ως χόμπι)
土方焼け どかたやけ

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτικό μαύρισμα (έντονο μαύρισμα στα χέρια και το πρόσωπο από την εργασία στον ήλιο)
土瀝青 どれきせい

ουσιαστικό

  1. 01 άσφαλτος
土付き つちつき

ουσιαστικό

  1. 01 χωματισμένος, καλυμμένος με χώμα (αναφορικά με λαχανικά κ.ά.)
土船 つちぶね

ουσιαστικό

  1. 01 πλοιάριο για τη μεταφορά χώματος
  2. 02 πλοιάριο φτιαγμένο από λάσπη (σε παραμύθια)
土味 つちあじ

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλάδα, στιλπνότητα (ποιότητα επιφάνειας που συναντάται στα αδιαπόστωτα κεραμικά)
土味 どみ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό χρώμα, ιδιαίτερος τοπικός χαρακτήρας
土産菓子 みやげがし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικά γλυκά (που πωλούνται ως αναμνηστικά)
土器片 どきへん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσμα αγγείου, όστρακο
土地投機 とちとうき

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπία γης, κερδοσκοπία ακινήτων
土占い つちうらない

ουσιαστικό

  1. 01 γεωμαντεία
土楼 どろう

ουσιαστικό

  1. 01 τουλόου (παραδοσιακή αγροτική κατοικία στο Φουτζιάν της Κίνας)
土用丑 どよううし

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα του βοδιού στο κατακαλόκαιρο (κατά τη διάρκεια της θερμότερης εποχής), οι σκυλίσιες μέρες του καλοκαιριού
土国 どこく

ουσιαστικό

  1. 01 Τουρκία
土産 どさん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό προϊόν, προϊόν της γης
  2. 02 δώρο, αναμνηστικό
土壌動物 どじょうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ζώο του εδάφους, έμβια όντα του εδάφους, βιοτα του εδάφους, εδαφόβια πανίδα
土壌水分 どじょうすいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 εδαφική υγρασία, νερό του εδάφους
土取場 どとりば

ουσιαστικό

  1. 01 δανειοθάλαμος (για αντιπλημμυρική προστασία)