154 αποτελέσματα για «在»
在日米軍基地 ざいにちべいぐんきち
ουσιαστικό
- 01 αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην Ιαπωνία
在伯 ざいはく
ουσιαστικό
- 01 παραμονή στη Βραζιλία, διαμονή στη Βραζιλία
在台 ざいたい
ουσιαστικό
- 01 παραμονή στην Ταϊβάν, διαβίωση στην Ταϊβάν, κατοίκηση στην Ταϊβάν
在支 ざいし
ουσιαστικό
- 01 παραμονή στην Κίνα, διαμονή στην Κίνα, υπηρεσιακή τοποθέτηση στην Κίνα
在庫引当 ざいこひきあて
ουσιαστικό
- 01 δέσμευση αποθέματος, κατανομή αποθέματος, κατανομή παραγγελίας, κατανομή αποθεμάτων
在監 ざいかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φυλάκιση, κράτηση
在胎週数 ざいたいしゅうすう
ουσιαστικό
- 01 ηλικία κύησης (σε εβδομάδες)
在泊 ざいはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγκυροβόλιο, παραμονή στο λιμάνι
在学中 ざいがくちゅう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κατά τη διάρκεια της φοίτησης, στα μαθητικά ή φοιτητικά χρόνια, ενώ παρακολουθεί μαθήματα στο σχολείο ή τη σχολή
在席 ざいせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βρίσκομαι στο γραφείο μου (στην εργασία), είμαι παρών στην εργασία
- 02 κατέχω θέση (σε), εργάζομαι (σε, για)
在特会 ざいとくかい
ουσιαστικό
- 01 ζαϊτοκουκάι (συντ.), πολίτες κατά των ειδικών προνομίων των Κορεατών στην Ιαπωνία
在日本大韓民国居留民団 ざいにほんだいかんみんこくきょりゅうみんだん
ουσιαστικό
- 01 ένωση κορεατών κατοίκων στην ιαπωνία (πρώην ονομασία)
在日本朝鮮人連盟 ざいにほんちょうせんじんれんめい
ουσιαστικό
- 01 Ένωση Κορεατών κατοίκων στην Ιαπωνία
在
- 01 υπάρχω
- 02 περίχωρα
- 03 προάστια
- 04 βρίσκομαι