518 αποτελέσματα για «外»

外辺 がいへん

ουσιαστικό

  1. 01 περίχωρα, περιφέρεια, εξωτερική περιοχή
外物 がいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικό αντικείμενο, ξένη ύλη
外事課 がいじか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα εξωτερικών υποθέσεων
外人墓地 がいじんぼち

ουσιαστικό

  1. 01 νεκροταφείο ξένων (στην Ιαπωνία), νεκροταφείο για Δυτικούς
外来診療 がいらいしんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική ιατρική περίθαλψη, ιατρική φροντίδα εξωτερικών ασθενών
外郎 ういろう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό από ζελέ ρυζιού
  2. 02 βοτανικό φάρμακο της περιόδου Έντο που χρησιμοποιούνταν ως αντιβηχικό και αναζωογονητικό της αναπνοής
外相会談 がいしょうかいだん

ουσιαστικό

  1. 01 διάσκεψη υπουργών εξωτερικών, συνάντηση υπουργών εξωτερικών
外国人留学生 がいこくじんりゅうがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 αλλοδαπός φοιτητής, φοιτητής ανταλλαγής, διεθνής φοιτητής
外野席 がいやせき

ουσιαστικό

  1. 01 κερκίδες εξωτερικού αγωνιστικού χώρου
  2. 02 εξωσχολικός, παρατηρητής, θεατής
外勤 がいきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργασία εκτός γραφείου, εξωτερική υπηρεσία
外部記憶装置 がいぶきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική μονάδα αποθήκευσης
外祖父 がいそふ

ουσιαστικό

  1. 01 μητρικός παππούς
外連 けれん

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία του κοινού, επίδειξη, προσποίηση, υποκρισία
外交特権 がいこうとっけん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματική ασυλία
外国為替 がいこくかわせ

ουσιαστικό

  1. 01 συνάλλαγμα
外目 そとめ

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, η εικόνα που παρουσιάζει κάποιος στους άλλους
  2. 02 προς τα έξω, το εξωτερικό μέρος
外国生活 がいこくせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμονή σε ξένη χώρα, ζωή στο εξωτερικό
外孫 がいそん

ουσιαστικό

  1. 01 εγγόνι από κόρη που έχει παντρευτεί και έχει ενταχθεί σε άλλη οικογένεια
外傷性ショック がいしょうせいショック

ουσιαστικό

  1. 01 τραυματικό σοκ
外歩き そとあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίπατος έξω