369 αποτελέσματα για «多»
多摩美術大学 たまびじゅつだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τεχνών Τάμα
多胎 たたい
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλή κύηση, πολύδυμη σύλληψη, πολύδυμος τοκετός
多剤耐性 たざいたいせい
ουσιαστικό
- 01 πολυφαρμακευτική ανθεκτικότητα, πολυανθεκτικότητα στα φάρμακα, πολυανθεκτικότητα
多食 たしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτός που τρώει πολύ γενικά
多剤耐性菌 たざいたいせいきん
ουσιαστικό
- 01 πολυανθεκτικά βακτήρια
多孔 たこう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πορώδης, διάτρητος (για ύφανση)
多糖 たとう
ουσιαστικό
- 01 πολυσακχαρίτης
多系統 たけいとう
ουσιαστικό
- 01 πολυσυστημικός
- 02 πολυφυλετικός
多調 たちょう
ουσιαστικό
- 01 πολυτονικότητα, πολυτονισμός
多価 たか
ουσιαστικό
- 01 πολυδυναμία, πολυθένεια
多価不飽和脂肪酸 たかふほうわしぼうさん
ουσιαστικό
- 01 πολυακόρεστο λιπαρό οξύ
多汗症 たかんしょう
ουσιαστικό
- 01 υπεριδρωσία, υπερβολική εφίδρωση
多義性 たぎせい
ουσιαστικό
- 01 ασάφεια (λέξης), πολυσημία
多年生 たねんせい
ουσιαστικό
- 01 πολυετής διαβίωση
- 02 πολυετής, πολυετές φυτό
多数回 たすうかい
ουσιαστικό
- 01 πολλές φορές, πολλαπλός
- 02 πολλαπλή δόση
多文化主義 たぶんかしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 πολυπολιτισμικότητα
多数党 たすうとう
ουσιαστικό
- 01 πλειοψηφικό κόμμα
多額納税者 たがくのうぜいしゃ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος φορολογούμενος
多体 たたい
ουσιαστικό
- 01 πολυσωματικός
多国間主義 たこくかんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 πολυμερείς σχέσεις, πολυμερισμός