194 αποτελέσματα για «夜»

夜も日も明けない よもひもあけない

άλλο

  1. 01 δεν μπορώ να ζήσω ούτε λεπτό χωρίς κάποιον ή κάτι, σημαίνω τα πάντα για κάποιον
夜宮 よみや

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή αγρυπνία πριν από γιορτή, παραμονή εορταστικής αγρυπνίας
夜酒 よざけ

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινό ποτό, ποτό πριν τον ύπνο
夜夜中 よるよなか

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά νύχτα, καταμεσής της νύχτας
夜明け前が一番暗い よあけまえがいちばんくらい

άλλο, επίθετο

  1. 01 η νύχτα είναι πιο σκοτεινή ακριβώς πριν την αυγή, η πιο σκοτεινή ώρα είναι λίγο πριν την ανατολή
夜直 やちょく

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή βάρδια, νυχτερινή υπηρεσία
夜爪 よづめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή νυχιών κατά τη διάρκεια της νύχτας (λέγεται ότι προκαλεί την απουσία κάποιου από το προσκέφαλο των γονέων του την ώρα του θανάτου τους)
夜驚症 やきょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινός τρόμος
夜職 よるしょく

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή εργασία (στον κλάδο της ψυχαγωγίας ή στη βιομηχανία του σεξ)
夜道怪 やどうかい

ουσιαστικό

  1. 01 γιαντοκάι, λαϊκό τέρας που περιφέρεται τη νύχτα τραυματίζοντας και απαγάγοντας ανθρώπους
夜泊まり よどまり

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή αγκυροβολία (για σκάφος)
  2. 02 νυχτερινή διανυκτέρευση εκτός οικίας (ειδικότερα σε συνοικία με οίκους ανοχής)
夜中 やちゅう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μέσα στη νύχτα, τη νύχτα
夜働き よばたらき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νυχτερινή εργασία
夜明けの明星 よあけのみょうじょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυγερινός
夜商人 よあきんど

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινός καταστηματάρχης, νυχτερινός έμπορος, νυχτερινός πλανόδιος πωλητής
夜盗蛾 よとうが

ουσιαστικό

  1. 01 υοτόγκα (είδος νυχτοπεταλούδας που προσβάλλει καλλιέργειες)
夜行便 やこうびん

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή πτήση, πτήση αργά το βράδυ
夜稼ぎ よかせぎ

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή εργασία, διάρρηξη
夜の秋 よるのあき

ουσιαστικό

  1. 01 δροσιά, νύχτα του ύστερου καλοκαιριού
夜会結び やかいむすび

ουσιαστικό

  1. 01 βραδινό χτένισμα