203 αποτελέσματα για «太»

太鼓台 たいこだい

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ μεγάλο άρμα που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ταικόνταϊ σε φεστιβάλ
太鼓虫 たいこむし

ουσιαστικό

  1. 01 προνύμφη λιβελούλας (νύμφη)
太平洋経済協力会議 たいへいようけいざいきょうりょくかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Συμβούλιο Οικονομικής Συνεργασίας του Ειρηνικού (Taiheiyo Keizai Kyoryoku Kaigi), PECC
太鼓内訳 たいこうちわけ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός τυμπανισμού που χρησιμοποιείται για την αναγγελία αγώνων
太陽鳥 たいようちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοπούλι (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας Nectariniidae)
太陽潮 たいようちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακή παλίρροια (παλίρροιες που προκαλούνται από τον Ήλιο)
太陰潮 たいいんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνιακή παλίρροια (παλίρροια που προκαλείται από τη Σελήνη)
太陽蝶 たいようちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοβασιλέμα μορφώ (πεταλούδα, Μορφώ η εκατόβη)
太食調 たいしきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊσίκι-τσό (ένας από τους έξι βασικούς τρόπους της γκαγκάκου μουσικής)
太占 ふとまに

ουσιαστικό

  1. 01 φουτομάνι (μαντεία με τη χρήση ρωγμών σε θερμαινόμενη ωμοπλάτη ελαφιού), ωμοπλατομαντεία
太笛 ふとぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 φουτομπούε (εξάτρυπη οριζόντια φλογέρα που χρησιμοποιείται στο καγκούρα)
太平州 たいへいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ωκεανία
太陽儀 たいようぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιόμετρο
太陽鏡 たいようきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοσκόπιο
太陽歯車 たいようはぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακό γρανάζι, ηλιακός τροχός
太陽面通過 たいようめんつうか

ουσιαστικό

  1. 01 διάβαση (πλανήτη) μπροστά από τον Ήλιο
太陽光圧 たいようこうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση ακτινοβολίας (από τον ήλιο)
太陽望遠鏡 たいようぼうえんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακό τηλεσκόπιο, ηλιοσκόπιο
太郎月 たろうづき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος σεληνιακός μήνας
太物店 ふとものだな

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα υφασμάτων