154 αποτελέσματα για «好»

好酸球性肺炎 こうさんきゅうせいはいえん

ουσιαστικό

  1. 01 ηωσινόφιλη πνευμονία
好色物 こうしょくもの

ουσιαστικό

  1. 01 πορνογραφικό βιβλίο (περίοδος Έντο)
好き度 すきど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός στον οποίο αρέσει σε κάποιον ένα πρόσωπο (ή ένα πράγμα)
好もしい このもしい

επίθετο

  1. 01 ευχάριστος, συμπαθής, επιθυμητός
好発進 こうはっしん

ουσιαστικό

  1. 01 καλή εκκίνηση
好捕 こうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλή σύλληψη, ωραίο πιάσιμο, εξαιρετική υποδοχή
好送球 こうそうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καλή ρίψη
好意の返報性 こういのへんぽうせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαιότητα της συμπάθειας, αμοιβαιότητα της έλξης
好こ すこ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 προτίμηση, συμπάθεια, αρεστός, κατά το γούστο κάποιου, προτιμώμενος, αγαπημένος
好き好んで すきこのんで

άλλο

  1. 01 εκούσια, από επιλογή, με τη θέλησή μου, για το κέφι μου, για ευχαρίστηση
好時節 こうじせつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλή εποχή (για κάτι ή για να κάνει κανείς κάτι), κατάλληλη στιγμή, ευνοϊκή χρονική στιγμή
好評につき こうひょうにつき

άλλο

  1. 01 λόγω μεγάλης ζήτησης, κατόπιν λαϊκής απαίτησης
好き合う すきあう

ρήμα

  1. 01 αγαπιόμαστε, αρέσουμε ο ένας στον άλλον
  1. 01 αγαπητός
  2. 02 ευχάριστος
  3. 03 συμπαθώ κάτι