190 αποτελέσματα για «定»

定礎式 ていそしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή θεμελίωσης
定圧 ていあつ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή πίεση
定家葛 ていかかずら

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό γιασεμί (τραχηλόσπερμο το ασιατικό), γιασεμί της Ασίας
定番 じょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπιά, φύλακας
  2. 02 φρουρός στα ανάκτορα του σογκούν (περίοδος Έντο)
定火消し じょうびけし

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβέστης (της περιόδου Έντο)
定詰 じょうづめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόνιμο προσωπικό, μόνιμος υπάλληλος, υπηρεσία για ορισμένο χρονικό διάστημα
  2. 02 δαϊμιό ή φεουδάρχης υποτελής που διέμενε ή υπηρετούσε στο Έντο για ορισμένο χρονικό διάστημα (περίοδος Έντο)
定動詞 ていどうし

ουσιαστικό

  1. 01 ρηματικός τύπος που φέρει μορφολογικές δηλώσεις χρόνου, έγκλισης και προσώπου (πεπερασμένο ρήμα)
定形動詞 ていけいどうし

ουσιαστικό

  1. 01 συζευγμένο ρήμα
定性 ていせい

ουσιαστικό

  1. 01 ποιοτικός
定比例 ていひれい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή αναλογία
定置漁業 ていちぎょぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή αλιεία με δίχτυα
定常波 ていじょうは

ουσιαστικό

  1. 01 στάσιμο κύμα
定数是正 ていすうぜせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανακατανομή (εδρών στο κοινοβούλιο)
定額インターネット接続 ていがくインターネットせつぞく

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση στο Διαδίκτυο με πάγια χρέωση
定年退職通知書 ていねんたいしょくつうちしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση συνταξιοδότησης λόγω ορίου ηλικίας
定向進化 ていこうしんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορθογένεση
定言的 ていげんてき

επίθετο

  1. 01 κατηγορικός
定言的三段論法 ていげんてきさんだんろんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορικός συλλογισμός
定言的判断 ていげんてきはんだん

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορική κρίση
定比例の法則 ていひれいのほうそく

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος των ορισμένων αναλογιών