150 αποτελέσματα για «差»

差金決済取引 さきんけっさいとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 συμβόλαιο επί της διαφοράς, CFD
差分方程式 さぶんほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 εξίσωση διαφορών
差引支給額 さしひきしきゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρό ποσό αποδοχών, καθαρό καταβλητέο ποσό
差止請求権 さしとめせいきゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ασκήσεως αγωγής για την παύση ή την παράλειψη προσβολής, δικαίωμα αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
差別主義者 さべつしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής διακρίσεων (όπως ένας ρατσιστής ή σεξιστής), φανατικός
差別侵食 さべつしんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορική διάβρωση
差込口 さしこみぐち

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχή, είσοδος, σχισμή
差別化戦略 さべつかせんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική διαφοροποίησης, διαφοροποίηση προϊόντος
差し入れ口 さしいれぐち

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα (π.χ. σε γραμματοκιβώτιο), κενό, σχισμή
  1. 01 διάκριση
  2. 02 διαφορά
  3. 03 παραλλαγή, απόκλιση
  4. 04 ασυμφωνία, απόκλιση
  5. 05 περιθώριο, διαφορά
  6. 06 υπόλοιπο