188 αποτελέσματα για «市»

市場区分 しじょうくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα αγοράς
市場自由化 しじょうじゆうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απελευθέρωση της αγοράς, άνοιγμα μιας αγοράς
市場成長 しじょうせいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη αγοράς
市場撤退 しじょうてったい

ουσιαστικό

  1. 01 αποχώρηση από την αγορά, εγκατάλειψη της αγοράς
市場展開 しじょうてんかい

ουσιαστικό

  1. 01 επέκταση αγοράς
市葬 しそう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτική κηδεία
市肆 しし

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, αγορά, αποθήκη εμπορευμάτων
市街化区域 しがいかくいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή χαρακτηρισμένη για αστική ανάπτυξη
市中肺炎 しちゅうはいえん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτική πνευμονία
市場可能性 しじょうかのうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστική δυνατότητα
市場浸透 しじょうしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 διείσδυση στην αγορά
市場喪失 しじょうそうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια αγοράς
市長村長選挙 しちょうそんちょうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογή δημάρχου ή κοινοτάρχη
市長町長選挙 しちょうちょうちょうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογή δημάρχου
市内通話料金 しないつうわりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος αστικής κλήσης, χρέωση τοπικής κλήσης
市場均衡 しじょうきんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ισορροπία αγοράς
市場機構 しじょうきこう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός της αγοράς
市場構造 しじょうこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δομή αγοράς
市区町村名 しくちょうそんめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα πόλης, διαμερίσματος, κωμόπολης ή χωριού
市に虎あり いちにとらあり

άλλο

  1. 01 οι άνθρωποι πιστεύουν κάτι ψευδές αν πολλοί συμφωνούν ότι είναι αληθινό (παράδειγμα επιχειρήματος ad populum), υπάρχει τίγρης στην αγορά